Θεσσαλονίκη

I
(4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο γιος της Αντίπατρος από ζηλοτυπία, γιατί πίστευε πως η μητέρα του ευνοούσε περισσότερο τον αδελφό του, Αλέξανδρο.
Η δολοφονία της Θ. ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες της ελληνιστικής εποχής και κυρίως τους αγγειογράφους. Αρκετά αγγεία με τη συγκεκριμένη θεματολογία εκτίθενται σε διάφορα μουσεία.
II
Πόλη (363.987 κάτ.) της κεντρικής Μακεδονίας και πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Πρόκειται για τη δεύτερη πόλη της χώρας από άποψη πληθυσμού, οικονομικής, ιστορικής και πολιτιστικής σημασίας. Αποτελεί επίσης έδρα του ομώνυμου δήμου. Είναι πόλη χτισμένη στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, απλώνεται αμφιθεατρικά από την ακτή προς τις δυτικές-νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Χορτιάτης και απέχει 513 χλμ. από την Αθήνα.
Η μεταπολεμική οικονομική άνοδος της Θ. άρχισε με αρκετή καθυστέρηση σε σύγκριση με την περιοχή της Αθήνας, έκτοτε όμως συνεχίζεται με έντονους ρυθμούς. Εκτός από τις σημαντικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στον τομέα της βιομηχανίας, στη Θ. δημιουργήθηκε και η σημαντικότερη βιομηχανική περιοχή της Μακεδονίας.
Ως λιμάνι και κόμβος σιδηροδρομικός και οδικός η Θ. είναι το μεγαλύτερο εξαγωγικό κέντρο της χώρας και το δεύτερο εισαγωγικό, μετά τον Πειραιά. Από τη Θ. πραγματοποιείται το ένα τρίτο του συνόλου των εξαγωγών της χώρας και εκτελωνίζεται το ένα έκτο των εισαγωγών. Η Θ., με την έντονη φυσιογνωμία της, καθορισμένη από το φυσικό τοπίο, με τη μακραίωνη ιστορία της, τον οικονομικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της, μοναδικό ζωντανό μουσείο βυζαντινής τέχνης, όπου σώζονται μνημεία σε συνεχή και αδιάσπαστη σειρά από τα πρώιμα παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι την τουρκική κατάκτηση, αποτελεί σήμερα μεγάλο, ελληνικό και διεθνές, οικονομικό, πολιτιστικό και τουριστικό κέντρο.
Ιστορία
Προϊστορία-πρώτοι ιστορικοί χρόνοι. Η ζωή στην περιοχή της Θ. χρονολογείται από τους προϊστορικούς χρόνους. Τα παλαιότερα γνωστά ευρήματα ανάγονται στη νεολιθική εποχή και φτάνουν μέχρι τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Από τότε οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις γύρω στον Θερμαϊκό κόλπο αναπτύσσονται χωρίς διακοπή.
Μέχρι σήμερα, μέσα στα όρια της περιτειχισμένης βυζαντινής πόλης δεν βρέθηκαν κατάλοιπα από την προϊστορική εποχή· έξω όμως από τον περίβολο των τειχών της, τόσο στα ανατολικά όσο και στα δυτικά, μικροί γήλοφοι –οι τούμπες, όπως τους ονομάζουν στη Βόρεια Ελλάδα– που σχηματίστηκαν από αλλεπάλληλες οικήσεις, πλαισιώνουν την πόλη και μας δίνουν τα σημεία των πρώτων εγκαταστάσεων του ανθρώπου στην περιοχή. Αυτοί οι οικισμοί, αραιοί στην αρχή, με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να πληθαίνουν και οι περισσότεροι, όπως ο επιβλητικός προϊστορικός συνοικισμός στη συνοικία Άνω Τούμπα, συνέχιζαν να κατοικούνται και στην ιστορική εποχή.
Επιπλέον, φαίνεται ότι σταδιακά η ζωή και ο πολιτισμός πλησίαζαν προς την παραλία και έτσι γύρω από τον μυχό του κόλπου, μέσα στην πρώτη χιλιετία υπήρχαν αρκετά πολίσματα· στον ομαλό χώρο, ανάμεσα στο λιμάνι και στην οχυρή ακρόπολη, ιδρύθηκε μια σημαντική πόλη. Τα θαυμάσια αρχιτεκτονικά μέλη, στο μουσείο Θ., που ανάγονται στο τέλος του 6ου προς τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., προέρχονται από έναν μεγάλο ιωνικό ναό που βρισκόταν στην περιοχή αυτή (στη γωνία των οδών Κρυστάλλη και Διοικητηρίου, περίπου 600 μ. Δ του Αγίου Δημητρίου), δηλαδή στην καρδιά της σημερινής Θ. Δεν υπάρχουν ακόμα επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν την ταυτότητα αυτής της πόλης· όμως, πληθαίνουν οι ενδείξεις που οδηγούν στην άποψη ότι η πόλη που προϋπήρχε στη θέση της Θ. ήταν η Θέρμη, που έδωσε και στον κόλπο την ονομασία Θερμαίος και αργότερα Θερμαϊκός.
Ίδρυση της Θ. Το 316 π.Χ. ο Κάσσανδρος ίδρυσε πάνω στην παλιά πόλη μια καινούργια, στην οποία έδωσε την ονομασία Θ., τιμώντας έτσι τη γυναίκα του, κόρη του Φίλιππου Β’ και ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η τοποθεσία ήταν εξαιρετική, στον μυχό ενός μεγάλου κόλπου όπου εκβάλλουν μικρά και μεγάλα ποτάμια, παντοτινά οδικά δίκτυα. Κλιμακωτά σκαρφάλωνε σε έναν λόφο, στον οποίο χτίστηκε η ακρόπολή της· τα γύρω βουνά, όπως ο Χορτιάτης, που οχυρώθηκε από την ελληνιστική εποχή, της παρείχαν προστασία τόσο από τους ανέμους της στεριάς όσο και από τις εχθρικές επιθέσεις· ακόμα, αποτελούσε το σημείο επαφής της εκτεταμένης και πλούσιας ενδοχώρας της Μακεδονίας με τις χώρες των κρατών των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είχε δηλαδή επίκαιρη θέση, ασφάλεια και ευκολία επικοινωνίας με το εσωτερικό. Ο Κάσσανδρος, διορατικός καθώς ήταν, επωφελήθηκε από την πείρα των παλαιοτέρων και έχτισε τη νέα πόλη στην πιο ξεχωριστή θέση της Μακεδονίας. Έτσι, από λιμάνι της Πέλλας, η οποία ήταν πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους, η Θ. εξελίχθηκε με τον καιρό πρώτη πόλη στη Βόρεια Ελλάδα. Αργότερα, ο Κικέρων είπε πολύ χαρακτηριστικά ότι βρισκόταν «in gremio imperii nostri», δηλαδή στο πιο καίριο σημείο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τέλος, σχετικά με τη θέση της τουλάχιστον, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η παρατήρηση, ότι η δεύτερη πόλη της μεσαιωνικής και σημερινής Ελλάδας είναι η μόνη ελληνική παραθαλάσσια πόλη «που από την ίδρυσή της (316 π.Χ.) μέχρι σήμερα ποτέ δεν έχασε την εμπορική της σπουδαιότητα» (Α. Βακαλόπουλος, A history of Thessaloniki, 1963).
Ως πυρήνας της νέας πόλης λειτούργησε, όπως ήταν φυσικό, η Θέρμη, και ο Κάσσανδρος για να αυξήσει τον πληθυσμό της, διευκόλυνε ή επέβαλε την εγκατάσταση κατοίκων από τους αγροτικούς πληθυσμούς της περιοχής.
Ελληνιστική εποχή. Η νέα πόλη οργανώθηκε πολιτικά, θρησκευτικά και κοινωνικά, όπως οι άλλες ελληνιστικές πόλεις της εποχής: διέθετε βουλή, Εκκλησία του Δήμου και τους πατροπαράδοτους πολιτικούς άρχοντες, οι οποίοι τη διοικούσαν με όλους τους περιορισμούς που έφεραν στο μεταξύ οι νέες συνθήκες. Παράλληλα, είχε και τους βασιλικούς άρχοντες, τον επιστάτη –στρατιωτικό διοικητή– τον υποεπιστάτη, τους αρμοστές κλπ. Αυτοί αντιπροσώπευαν τον βασιλιά και επενέβαιναν κυρίως στα ζητήματα που αφορούσαν τη γενική πολιτική του κράτους. Ο ίδιος μάλιστα ο βασιλιάς εκδήλωνε την κυρίαρχη θέλησή του και επενέβαινε στα εσωτερικά της πόλης με τις επιστολές ή τα βασιλικά διαγράμματα, που αναγράφονταν συνήθως σε στήλες και τοποθετούνταν σε δημόσιους χώρους.
Η έννοια της πόλης-κράτους των κλασικών χρόνων είχε εξασθενήσει εκείνη την εποχή· η πόλη διέθετε μια τυπική αυτονομία και οι σκοποί της εντάσσονταν στην ευρύτερη πολιτική του κράτους.
Πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους, σεβαστή λίγο έως πολύ από όλους, εξακολουθούσε να είναι η Πέλλα· η Θ. ήταν το λιμάνι της και η βάση του εμπορικού και πολεμικού της ναυτικού. Παράλληλα, χάρη στη γεωγραφική της θέση απορροφούσε σταδιακά τους κατοίκους των γύρω πολισμάτων και είχε μια γρήγορη και μεγάλη εμπορική εξέλιξη. Επικοινωνούσε με όλο τον κόσμο και αποδεχόταν ξένες θρησκείες, όπως του Σάραπη και της Ίσιδος. Το εμπόριό της προσέλκυε κατοίκους της Ανατολής και όπως ήταν φυσικό και τους Εβραίους –3ος αι. π.Χ. – που εκείνη την εποχή είχαν συνοικισμούς σχεδόν σε όλες τις μεγάλες εμπορικές πόλεις της Μεσογείου.
Τότε επιτελέστηκε και η πρώτη περιτείχιση της πόλης. Ωστόσο, παρά την ανάπτυξη του εμπορίου και την αύξηση του πληθυσμού της, έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση δεν υπήρξαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα που να σχετίζονται με τη Θ. Τα μόνα αξιοσημείωτα περιστατικά είναι ότι, εκτός από τον Κάσσανδρο, την επισκέφθηκαν και διέμειναν λίγο ή πολύ στην πόλη, ο Αντίγονος Α’ ο Γονατάς και ο Φίλιππος Ε’. Επιπλέον, στα χρόνια του Φίλιππου Ε’ και του γιου του Περσέα, καθώς εντεινόταν η διαμάχη με τους Ρωμαίους, η Θ. μνημονευόταν συχνά. Το 168 η φρουρά της πόλης αμύνθηκε και απέκρουσε τους Ρωμαίους, αλλά μετά τη μάχη της Πύδνας, όπου ο βασιλιάς της Μακεδονίας ηττήθηκε ολοκληρωτικά, η Θ. παραδόθηκε στον νικητή, τον Ρωμαίο ύπατο Αιμίλιο Παύλο.
Ρωμαιοκρατία–παλαιοχριστιανική εποχή. Αυτή η εποχή αποτελεί χρονική αφετηρία της μεγάλης ανάπτυξης της πόλης. Μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.), η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερα αυτόνομα τμήματα (partes) και η Θ. έγινε πρωτεύουσα σε ένα από αυτά. Λίγο αργότερα, μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος του Ανδρίσκου, το 146 π.Χ., ολόκληρη η περιοχή από την Αδριατική μέχρι τον Νέστο και από τις οροσειρές στα Ν των Σκοπίων μέχρι το Αιγαίο και τον Πηνειό, αποτελούσε μια μεγάλη ρωμαϊκή επαρχία (provincia). Σε αυτή την επαρχία, η Θ. ορίστηκε νέα πρωτεύουσα και έδρα του πραίτορα, ο οποίος επέβλεπε την υπόλοιπη Ελλάδα. Έκτοτε, της παραχωρήθηκαν προνόμια και χάρη σε αυτά ονομάστηκε ελεύθερη πόλη (liberae conditionis)· διατήρησε την παλαιά της πολιτική οργάνωση, είχε το δικαίωμα να κόβει νομίσματα, ενώ μέσα στην πόλη δεν στάθμευε ρωμαϊκή φρουρά.
Από αυτή την εποχή (146 π.Χ. και μετά) η πόλη αναπτύχθηκε με γοργό ρυθμό. Η Κόρινθος είχε καταστραφεί (146 π.Χ.) και η Θ. έγινε το μεγάλο στρατιωτικό, πολιτικό και εμπορικό κέντρο της ελληνικής χερσονήσου. Καθώς μάλιστα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία επεκτεινόταν προς την Ανατολή και τον Βορρά, η σημασία της Θ. αυξανόταν όλο και περισσότερο. Τότε, μεταξύ 146 και 120 π.Χ., κατασκευάστηκε η πασίγνωστη μεγάλη στρατιωτική οδός της Ανατολής, η Εγνατία, που άρχιζε από την Αδριατική και έφτανε μέχρι τον Ελλήσποντο. Η Θ. βρισκόταν περίπου στη μέση της Εγνατίας και παράλληλα αποτελούσε το τέρμα της διαδρομής από τον Δούναβη στον Θερμαϊκό. Αποτέλεσε, έτσι, το επίκεντρο των συγκοινωνιών Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου· γι’ αυτό, οι Ρωμαίοι την προστάτευαν και της εξασφάλιζαν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή της. Εξάλλου, η pax romana παρείχε ασφάλεια και ελευθερία κίνησης σε εμπόρους, ιδέες και θρησκείες. Η Θ. είχε μεγάλη επίδοση στο εμπόριο, δέχτηκε νέες εγκαταστάσεις Εβραίων, έγινε η πιο πολυάνθρωπη πόλη της Μακεδονίας, η μητρόπολή της, όπως τη χαρακτηρίζει ο Στράβων, και ανέπτυξε αξιόλογη πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή. Με μεγάλη λαμπρότητα τελούνταν τα Ολύμπια, τα Πύθια και τα Καβείρια μυστήρια. Είχε σπουδαία πνευματική κίνηση και μάλιστα αμιγώς ελληνική. Με όλη την επιρροή της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η γλώσσα που μιλούσαν και έγραφαν οι κάτοικοι, όπως και στην υπόλοιπη Μακεδονία, ήταν ελληνική. Από το πλήθος των επιγραφών που έχουν βρεθεί στη Θ., ελάχιστες μόνο είναι λατινικές· ακόμα και οι Εβραίοι είχαν μητρική γλώσσα την ελληνική.
Σε αυτό το κέντρο της ελληνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής παράδοσης, ήρθε τον 2o αι. μ.Χ. ο Λουκιανός και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Στα έργα του αναφέρει ότι οι Θεσσαλονικείς παρακολουθούσαν με εξαιρετικό ενδιαφέρον τους λόγους των ρητόρων και περιέβαλαν με ειλικρινή αγάπη τους σοφούς δασκάλους. Επιπλέον, εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν γνωστοί Θεσσαλονικείς ποιητές, όπως οι επιγραμματοποιοί Αντίπατρος και Φίλιππος.
Η θρησκεία, στην αρχή καθαρά ελληνική, πλουτίστηκε, από τον 3o αι. και μετά, με ξένες θεότητες, ρωμαϊκές και ανατολικές, τελικά όμως, από τον 1ο αι. επιβλήθηκε και επικράτησε ο χριστιανισμός. Την πόλη επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος (50 μ.Χ.). Ήρθε από τους Φιλίππους και την Αμφίπολη, στη δεύτερη αποστολική του περιοδεία, μαζί με τον Σίλα και τον Τιμόθεο. Ο Παύλος δίδαξε τρία συνεχή Σάββατα στη συναγωγή και οι πρώτοι πιστοί ήταν λίγοι Εβραίοι, πολλοί Έλληνες και γυναίκες από τις ανώτερες τάξεις. Δημιουργήθηκε έτσι η πρώτη χριστιανική κοινότητα που αναπτύχθηκε γρήγορα και αποτέλεσε πρότυπο για τις επόμενες κοινότητες του ελλαδικού χώρου. Ο Παύλος στις δύο Προς Θεσσαλονικείς επιστολές του, που είναι από τα παλαιότερα κείμενα της νέας θρησκείας, εγκωμιάζει τους χριστιανούς της Θ. Τους θεωρεί «τύπους πάσι τοις πιστεύουσιν εν τη Μακεδονία και εν τη Αχαΐα» και τους αποκαλεί δόξα και χαρά του· δύο μάλιστα από τους πιστούς οπαδούς του στις αποστολικές πορείες, ο Σεκούνδος και ο Αρίσταρχος, ήταν Θεσσαλονικείς. Το κήρυγμα του Παύλου βρήκε γόνιμο έδαφος, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ελληνική πόλη, για την ταχύτατη εξάπλωση της νέας θρησκείας.
Στα κατοπινά χρόνια, η χριστιανική πίστη συνεχίστηκε με την ίδια θέρμη. Οι κάτοικοι διακρίνονταν για τη βαθιά τους ευλάβεια και με τον καιρό δημιουργήθηκε ένα θρησκευτικό κλίμα που προσέλκυσε πολλούς κληρικούς. Σε αυτό το περιβάλλον ασπάστηκε τον χριστιανισμό ο Θεοδόσιος ο Μέγας –τον βάπτισε ο μητροπολίτης Αχόλιος– και εξέδωσε, το 380, το διάταγμα που ανακήρυττε το δόγμα της Νικαίας ως δόγμα της θρησκείας του κράτους.
Συγχρόνως, η πόλη είχε την εύνοια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Την εποχή του Γρατιανού Γ’ (238-244), πήρε τον τίτλο νεωκόρος, δηλαδή ανέλαβε την επίβλεψη ενός αυτοκρατορικού ναού, και επί Δεκίου, περίπου το 250 μ.Χ., έγινε ρωμαϊκή colonia. Τότε, εποχή της μετανάστευσης των λαών, κύματα Γότθων κατέβηκαν στην ελληνική χερσόνησο και συνάντησαν στον δρόμο τους τη Θ. Σε τρεις αλλεπάλληλες επιθέσεις, το 253 και 262 από την ξηρά και το 269 από τη θάλασσα, η Θ. απέκρουσε τους επιδρομείς. Τα ισχυρά της τείχη αποτελούσαν ασφαλές καταφύγιο, τόσο για τους κατοίκους της, όσο και για τους πρόσφυγες της Μακεδονίας, που, κυνηγημένοι από τους Γότθους, είχαν συσσωρευτεί μέσα στην πόλη.
Μετά από αυτές τις επιδρομές, στο β’ μισό του 3ου αι., επικράτησε μια περίοδος ειρηνικής ανάπτυξης. Ο Γαλέριος διεύρυνε την περιτειχισμένη πόλη προς τα Α και έχτισε τα ανάκτορά του, τη Ροτόντα, την Καμάρα, τον Ιππόδρομο και άλλα κτίρια στην περιοχή της σημερινής πλατείας Ναβαρίνου. Την ίδια εποχή, στον διωγμό που εξαπέλυσε κατά των χριστιανών ο Γαλέριος, με τον συνάρχοντά του, Αύγουστο Διοκλητιανό, βρήκε μαρτυρικό θάνατο (303) ο μετέπειτα προστάτης και πολιούχος της Θ., άγιος Δημήτριος. Το 305, ο Γαλέριος διαδέχθηκε τον Διοκλητιανό και όρισε ως έδρα του τη Θ. Περίπου το 324, ο Μεγάλος Κωνσταντίνος ξεκίνησε από τη Θ. για να πολεμήσει εναντίον του Λικίνιου, αφού προηγουμένως κατασκεύασε το πρώτο τεχνητό λιμάνι της πόλης, «τον εν ταύτη λιμένα πρότερον ουκ όντα κατασκευάσας».
Στο τέλος του 4ου αι., ο Θεοδόσιος ο Μέγας χρησιμοποίησε τη Θ. ως βάση στις επιχειρήσεις του εναντίον των Γότθων. Τότε, ανέθεσε στον στρατηγό του, Ορμίσδα, περσικής καταγωγής, να κτίσει τα τείχη της. Πίσω από το δημοτικό νοσοκομείο σώζεται ακόμα σε πύργο μια επιγραφή με κεραμίδια, που αναφέρει γι’ αυτά τα οχυρωματικά έργα: «.. τείχεσιν αρρήκτοις, Ορμίσδας εξετέλεσε τήνδε την πόλιν», δηλαδή «Ο Ορμίσδας περιτείχισε αυτήν την πόλη με ισχυρότατα κάστρα». Το μεγαλύτερο μέρος των τειχών που σώζονται σήμερα και ο πυρήνας των υπολοίπων είναι του Ορμίσδα.
Την ίδια εποχή, ξέσπασε η στάση του 390 μ.Χ. που είχε ως συνέπεια την άγρια σφαγή των 7.000 Θεσσαλονικέων εθνικών στον Ιππόδρομο από τον Θεοδόσιο. Ο Θεοδόσιος είχε δεχτεί τους Γότθους ως συμμάχους του ρωμαϊκού κράτους όχι μόνο για να τους καταστήσει ακίνδυνους αλλά και ωφέλιμους. Είχαν την εύνοιά του και τους προώθησε σε στρατιωτικά και διοικητικά αξιώματα, πράγμα που δυσαρέστησε το ελληνορωμαϊκό στοιχείο της κοινωνίας και δημιούργησε διάφορες περιπλοκές. Έτσι, όταν σε μια εκστρατεία του όρισε στη Θ. τον αρχηγό των Γότθων Βουτέριχο, διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιλλυρικού, στον Ιππόδρομο έγιναν επεισόδια και ξέσπασαν ταραχές. Ο κόσμος εισέβαλε στα δημόσια κτίρια, κατέλυσε αρχές και σκότωσε πολλούς άρχοντες, ανάμεσα στους οποίους τον Βουτέριχο και τους στρατιώτες του. Μετά από αυτά τα γεγονότα επακολούθησε η τρομερή εκδίκηση του αυτοκράτορα: ο Θεοδόσιος κάλεσε τους εθνικούς στον Ιππόδρομο, τάχα για αγώνες, και εκεί διέταξε τη φοβερή σφαγή. Οι Γότθοι στρατιώτες όρμησαν την κατάλληλη στιγμή πάνω στο πλήθος και έσφαζαν αδιακρίτως. Ο αριθμός των θυμάτων, κυμαίνεται σύμφωνα με διάφορες πηγές από 7.000 έως 15.000. Ο απάνθρωπος παραδειγματισμός διαδόθηκε στην αυτοκρατορία και προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στους κατοίκους. Τότε, ο επίσκοπος των Μεδιολάνων, Αμβρόσιος, έγινε ο εκφραστής της αγανάκτησης του κόσμου. Αρνήθηκε στον αυτοκράτορα τη θεία μετάληψη ως ανάξιο και τον ανάγκασε να ομολογήσει δημόσια το αμάρτημά του και να μετανοήσει.
Ύστερα από λίγα χρόνια, το 395, ο Θεοδόσιος πέθανε και το ρωμαϊκό κράτος χωρίστηκε σε δύο τμήματα: στο ανατολικό με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και στο δυτικό με πρωτεύουσα τη Ρώμη. Στο ανατολικό, που ως Βυζαντινή αυτοκρατορία διατηρήθηκε πάνω από χίλια χρόνια, η Θ. κατείχε, μετά την Κωνσταντινούπολη, τη δεύτερη θέση· ήταν η δεύτερη σε πληθυσμό, πνευματική ζωή και πολιτική σημασία, πόλη του βυζαντινού κράτους.
Σε όλη τη διάρκεια της χιλιόχρονης βυζαντινής ιστορίας της, η Θ. δοκιμάστηκε από τις επιδρομές των Σλάβων και των άλλων βαρβάρων όσο και η Κωνσταντινούπολη. Όμως, διεξήγαγε φοβερούς αγώνες και στάθηκε το προπύργιο και ο άσβηστος φάρος του ελληνισμού της Μακεδονίας.
Τον 5ο και 6ο αι. η Θ. πέρασε μια περίοδο γαλήνης και ευημερίας, έχοντας πάντα την αυτοκρατορική εύνοια. Το 535, στην εποχή του Ιουστινιανού, έγινε έδρα του διοικητή του Ιλλυρικού.
Βυζαντινήπερίοδος. Τις επιδρομές των Γότθων διαδέχτηκαν οι επιδρομές Αβάρων, Ούννων και Σλάβων, που πλημμύριζαν κάθε τόσο τις ελληνικές περιοχές και έφταναν μέχρι την Πελοπόννησο. Η Θ. γενικά δεν αποτελούσε στόχο καθώς ήταν πολύ δύσκολο να καταλύσουν τα τείχη της. Η γύρω περιοχή όμως αναστατωνόταν και οι κάτοικοι έβρισκαν άσυλο μέσα στην πόλη.
Οι. επιδρομές αυτές στο δεύτερο μισό του 6ου και στον 7o αι. άρχισαν να πυκνώνουν και τα βιβλία των θαυμάτων του αγίου Δημητρίου έχουν πολλές αναφορές σε αυτές. Πολλές φορές τα βαρβαρικά φύλα, γοητευμένα από τη φήμη της Θ., πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την πόλη. Τα λαμπρά τείχη, η γενναιότητα των κατοίκων και η πίστη στον άγιο Δημήτριο υπερίσχυαν πάντα.
Όμως, οι επιδρομές συνεχίζονταν. Ο Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος, το 688, κατόρθωσε να δαμάσει τους επιδρομείς και μετέφερε στη Μικρά Ασία 80.000 Σλάβους, από τις περιοχές γύρω από τη Θ. Από τότε η Θ. ησύχασε και άρχισε να αναπτύσσεται. Τα περίχωρά της παρουσίαζαν ειδυλλιακή όψη, η πόλη ευημερούσε και η επίδοσή της ως μεγάλου κέντρου γραμμάτων και τεχνών μεγάλωνε. «Είδες αν», γράφει ο Ιωάννης Καμενιάτης, «περί μηδέν άλλο την νεάζουσαν των παίδων κήραν σχολάζουσαν ή περί λόγοις, εξ ων επιστήμαι και τέχναι το κράτος έχουσι...». Σε εκείνη την εποχή ανήκει και το λαμπρό μνημείο της Αγίας Σοφίας.
Το λαμπρό ελληνικό φως ακτινοβολούσε από τη Θ., όχι μόνο στη Μακεδονία, αλλά και στις χώρες της Βαλκανικής (8ος-9ος αι.) όπου κατοικούσαν σλαβικά φύλα. Θεσσαλονικείς είναι και οι δύο αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος, γιοι του Λέοντα του δρουγγάριου (ναύαρχου του στόλου), οι οποίοι διέδωσαν τον χριστιανισμό και τον βυζαντινό πολιτισμό στους Σλάβους της Βαλκανικής. Σε αυτούς, οι Σλάβοι «χρωστάνε την εκκλησία τους, το αλφάβητό τους και τη λογοτεχνία τους». Η επίδρασή τους είναι τεράστια.
Η γαλήνη όμως και η ευημερία της Θ. διακόπηκαν βίαια στις αρχές του 10ου αι. Οι Σαρακηνοί πειρατές μετά την κατάληψη της Κρήτης (823) λυμαίνονταν τα παράλια του Αιγαίου και ο βυζαντινός στόλος, με δρουγγάριο τον Ημέριο, δεν τολμούσε να τους αντιμετωπίσει. Έτσι οι πειρατές εξακολουθούσαν τις επιδρομές και το 904 με αρχηγό τον αρνησίθρησκο Λέοντα, τον λεγόμενο Τριπολίτη, προσέβαλαν και την πλούσια Θ. Ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός έστειλε τρεις στρατηγούς τον ένα μετά τον άλλο για τη σωτηρία της πόλης· όμως, παρά τη γενναία αντίσταση οι πειρατές παραβίαζαν το θαλάσσιο τείχος και έμπαιναν στην πόλη. Ο κληρικός στη μητρόπολη Θ., Ιωάννης Καμενιάτης (ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και αργότερα σώθηκε με λύτρα), άφησε μια παραστατική και σπαρακτική περιγραφή της άλωσης. Οι πειρατές σαν άγρια θηρία όρμησαν μέσα στην πόλη, σφάζοντας και λεηλατώντας για τρεις συνεχείς ημέρες· τελικά αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους 22.000 αιχμαλώτους για πούλημα. Η καταστροφή ήταν τεράστια, αλλά όχι ανεπανόρθωτη. Με τη ζωτικότητά τους οι Θεσσαλονικείς φρόντισαν για την επιδιόρθωση των τειχών και την οχύρωση της πόλης.
Τους επόμενους αιώνες η πόλη και ιδιαίτερα η ύπαιθρος δοκιμαζόταν από τις συχνές επιδρομές του τσάρου Συμεών (893-927) και του Σαμουήλ (976-1014). Οι Βούλγαροι ήταν ιδιαιτέρως επιθετικοί και η Θ. αντίκρισε πολλές φορές, κατά τη διάρκεια του 10oυ αι. τα στρατεύματά τους· όμως, έμεινε απρόσβλητη, καταφύγιο των προσφύγων, ορμητήριο του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου και στήριγμα της πίστης και των ελπίδων του ελληνισμού. Η Θ. έζησε έντονα τις δραματικές φάσεις του πολέμου, ώσπου ο Βασίλειος Β’ νίκησε τους Βουλγάρους και η χώρα τους μετατράπηκε σε βυζαντινή επαρχία (1018).
Στο τέλος του επόμενου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους νέοι εχθροί της αυτοκρατορίας, από Δ αυτή τη φορά: οι Νορμανδοί, οι οποίοι πολιόρκησαν τη Θ. το 1185 και κατόρθωσαν να την καταλάβουν. Τότε, μητροπολίτης στην πόλη ήταν ο Ευστάθιος, ο περίφημος σχολιαστής του Ομήρου, ο οποίος, θύμα και αυτός των κακοποιήσεων τις πρώτες μέρες της κατάληψης, μετέφερε μια ανάγλυφη εικόνα της τρομερής καταστροφής. Η λεηλασία ήταν φρικτή και οι σφαγές πολλές. Σκότωσαν πολλούς ιερείς πίσω από το ιερό βήμα των εκκλησιών, λεηλάτησαν τον τάφο του αγίου Δημητρίου και έσκαψαν τα δάπεδα των σπιτιών και τους τάφους των νεκρών για να βρουν θησαυρούς. Απαγόρευσαν ακόμα και τις κωδωνοκρουσίες. Όμως, η κατοχή δεν διατηρήθηκε για πολύ. Τον επόμενο χρόνο (1186), οι Νορμανδοί κατευθύνθηκαν προς την ανατολική Μακεδονία, νικήθηκαν σε δύο μάχες και οι στρατηγοί τους αιχμαλωτίστηκαν. Το βυζαντινό ναυτικό και μια τρικυμία κατέστρεψαν τον στόλο τους και όσοι γλίτωσαν βρήκαν τον θάνατο στη Θ.
Ωστόσο, η ζωή στην πόλη εξακολουθούσε να είναι ανήσυχη, γιατί το βυζαντινό κράτος βρισκόταν σε γενική εξασθένηση. Μετά το 1185 ακολούθησε η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας, το 1204. Το βυζαντινό κράτος μοιράστηκε στους Σταυροφόρους και η Θ. με την περιοχή της αποτέλεσε ξεχωριστό φραγκικό βασίλειο με ιδρυτή τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Τότε, ο Άγιος Δημήτριος και η Αγία Σοφία μετατράπηκαν σε φραγκικές εκκλησίες.
Το φραγκικό βασίλειο διατηρήθηκε είκοσι χρόνια (1204-24). Το 1224, ο δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Άγγελος, μπήκε στη Θ. νικητής και έδιωξε τον τελευταίο Λατίνο επίσκοπο, Βαρίνο. Ο Θεόδωρος (1224-30) στέφθηκε αυτοκράτορας στην πόλη, από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας, Δημήτριο Χωματιανό και όρισε την πόλη πρωτεύουσα του κράτους που εκτεινόταν από την Αδριατική μέχρι το Αιγαίο. Στη συνέχεια, κυβέρνησαν τη Θ. ο Μανουήλ Άγγελος (1230-40), ο Ιωάννης Άγγελος (1240-44) και τέλος ο Δημήτριος Άγγελος έως το 1246, οπότε περιήλθε στα χέρια του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Ιωάννη Βατάτζη. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία και διατήρησε τον πολυποίκιλο ρόλο της παράλληλα με την πρωτεύουσα.
Αυτές οι περιπέτειες της Θ. τον 13o αι. (φραγκικό βασίλειο, τμήμα του δεσποτάτου της Ηπείρου, μετά της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και συχνά αυτοδιοικούμενη πόλη), καλλιέργησαν μια δημοκρατική αγωγή, ένα πνεύμα αποκέντρωσης και αγάπη για ελευθερία και ανεξαρτησία. Έτσι, τον επόμενο αιώνα (14ος) η Θ. έγινε κέντρο πολύ σπουδαίων κοινωνικών και θρησκευτικών αναταραχών. Ο ίδιος αυτός φιλελευθερισμός έφερε στο α’ μισό του 14ου αι. στα γράμματα και στις τέχνες τον χρυσό αιώνα της Θ.
Ο 13ος και 14ος αι. ήταν μια εποχή με αντίθετα κοινωνικά, πνευματικά και πολιτιστικά φαινόμενα, που στη μεγαλούπολη Θ. εκδηλώνονταν με ιδιαίτερη ένταση. Στην πόλη λειτουργούσε άριστο διοικητικό σύστημα –πολιτική, εκκλησιαστική και κοινοτική εξουσία– χωρίς βέβαια να λείπουν κάποια δείγματα κακοδιοίκησης. Δίπλα στην υποδειγματική ευλάβεια ανθούσε η έκλυση των ηθών. Παράλληλα υπήρχε τεράστια πνευματική άνθηση. Η πόλη ήταν πολυάνθρωπος, ευανδρούσα, μεγαλόπολις. Υπήρχε αμύθητος πλούτος και ταυτόχρονα ασύλληπτη φτώχεια και καταπίεση του λαού. Επιπλέον, η ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων, ιδιαίτερα με τη Δύση, επέφερε κοινωνική μεταβολή στη σύνθεση του πληθυσμού και δημιουργήθηκε μια νέα, οικονομικά εύρωστη, αστική τάξη, οι μέσοι. Αυτοί μαζί με τα λαϊκά στρώματα ήρθαν σε αντίθεση με τους άρχοντες, τους δυνατούς και τον κλήρο. Έτσι, το 1342 ξεκίνησαν στη Θ. οι πιο δραματικοί αγώνες της βυζαντινής ιστορίας: οι έριδες των Ησυχαστών (Βαρλαάμ ο Καλαβρός, Γρηγόριος ο Παλαμάς) και η επανάσταση των Ζηλωτών (1342-49). Τελικά, στη δραματική πάλη νικητής αναδείχθηκε ο Καντακουζηνός. Οι Ζηλωτές εξολοθρεύτηκαν και κυριάρχησαν πάλι οι ευγενείς, οι μοναχοί και οι συντηρητικοί.
Εκείνη την περίοδο, στη Θ. υπήρχε μεγάλη αναγεννητική κίνηση. Η πόλη αποτελούσε λαμπρή εστία ελληνικής παιδείας. Είχαν συγκεντρωθεί φιλόσοφοι, ρήτορες, μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες, όλοι λάτρεις των αρχαίων γραμμάτων, με οδηγούς τους τα κλασικά πρότυπα. Ονομαστοί λόγιοι ήταν οι αδελφοί Δημήτριος και Πρόχορος Κυδώνης, ο Κ. Αρμενόπουλος, ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Θωμάς Μάγιστρος, ο Ν. Καβάσιλας, ο Γρηγόριος Παλαμάς κ.ά. Όλοι συμμετείχαν ενεργά στην ιστορική εξέλιξη· οι ιδέες τους εξαπλώθηκαν σε πλατύτερα στρώματα και τα ουσιαστικά μηνύματα της ουμανιστικής παιδείας δονούσαν την κοινωνική και πολιτική ζωή.
Ο 14ος αι. στάθηκε ο χρυσός αιώνας της Θ. από φιλολογική και καλλιτεχνική άποψη. Ο καθοριστικός χαρακτήρας της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας της Θ., του οποίου η ακτινοβολία ήταν άμεσα συνυφασμένη με την ιστορική διαδρομή της πόλης, βρισκόταν ίσως στην πιο ευτυχισμένη του στιγμή. Οι εγγενείς δυνάμεις της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της πόλης, στα τέλη του 13ου αι. και στις πρώτες δεκαετίες του 14ου, βρίσκονταν σε ένα σημείο ξεχωριστής συμπύκνωσης, κινούνταν μέσα στο αναγεννητικό πνεύμα των Παλαιολόγων προς μια καλλιτεχνική έκφραση που εξήρε ιδιαίτερα το ανθρώπινο πάθος και η ακτινοβολία τους απλώθηκε σε ευρύτερες περιοχές. Η Θ. –βασικό καλλιτεχνικό κέντρο– μετέδιδε την οικουμενική τέχνη του Βυζαντίου σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο και ο ρόλος της σε αυτόν τον τομέα ήταν ηγετικός. Τα λαμπρά, μοναδικά μνημεία εκείνης της περιόδου καταδεικνύουν ακριβώς το μέτρο αυτής της επίδοσης.
Τον 14ο αι. η Θ. έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο σε όλες τις δραματικές φάσεις της ιστορίας του Βυζαντίου: πόλεμος των δύο Ανδρόνικων, δυναστικοί αγώνες του Καντακουζηνού κλπ. Στα τέλη του αιώνα, οι Τούρκοι έγιναν για μικρό χρονικό διάστημα δύο φορές κυρίαρχοι της πόλης. Τον επόμενο αιώνα η αυτοκρατορία κατέρρευσε. Το 1423, ο Μουράτ Β’ άρχισε νέες κατακτητικές εξορμήσεις και ο διοικητής της Θ. Ανδρόνικος, επειδή έβλεπε ότι δεν μπορούσε να κρατήσει την πόλη, την παρέδωσε στους Βενετούς υπό όρους. Εξασφάλισε με συμφωνίες τα πατροπαράδοτα προνόμια της πολιτείας και τις ελευθερίες των πολιτών και της Εκκλησίας.
Τέλος, το 1430 οι Τούρκοι κυρίευσαν την Θ. Έπειτα από τριήμερη πολιορκία εισέβαλαν στην πόλη από τη βορειοανατολική άκρη και αμέσως μετά επιδόθηκαν σε άγριες σφαγές και λεηλασίες.
Τουρκοκρατία. Η Θ. μετά την άλωση ερημώθηκε και ο Μουράτ φρόντισε να ανασυνοικίσει την πόλη με ελληνικό και τουρκικό πληθυσμό· όμως η πόλη για αρκετά χρόνια φυτοζωούσε. Ο πληθυσμός της τον 15ο αι. φαίνεται πως δεν ξεπερνούσε τους 7.000 κατοίκους· ωστόσο, στα τέλη του ίδιου αιώνα κατέφθασαν κατά κύματα αλλεπάλληλες ομάδες Εβραίων που συνετέλεσαν στην αύξηση του πληθυσμού και στη βαθμιαία οικονομική ανάπτυξη. Το βυζαντινό θέμα της Θ. μετατράπηκε σε σαντζάκι της Θ. και στη θέση του διοικητή τέθηκε ο σαντζάκ μπέης.
Οι Έλληνες, όσοι είχαν απομείνει, συγκεντρώθηκαν σταδιακά γύρω από τις ενοριακές εκκλησίες. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι χριστιανικές συνοικίες γύρω στον Άγιο Μηνά, στην Αγία Θεοδώρα, στον Άγιο Νικόλαο, στην Υπαπαντή, στον Άγιο Αθανάσιο κλπ., κυρίως στο κάτω μέρος της πόλης, γύρω από την Καμάρα.
Οι Τούρκοι διέμεναν στις πιο ωραίες συνοικίες, στον Άγιο Δημήτριο, στο Επταπύργιο, στην Αγία Σοφία κλπ., ενώ οι Εβραίοι συγκεντρώθηκαν κυρίως στη συνοικία του λιμανιού.
Σώζονται πολύτιμες πληροφορίες και περιγραφές του 16ου και 17ου αι. για την Θ. κυρίως από Βενετούς, Γάλλους και άλλους ξένους περιηγητές και προξένους στην πόλη, καθώς και από τον Τούρκο Εβλιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε τη Θ. το 1668. Ειδικότερα, τον 17o αι. υπήρχαν 48 συνοικίες μουσουλμάνων, 56 Εβραίων και 16 Ελλήνων, Αρμενίων κλπ.
Στο β’ μισό του 18ου αι., δίπλα στο οργανωμένο εμπόριο των Εβραίων και των Φράγκων άρχισε να αναπτύσσεται μια ελληνική εμπορική τάξη με αυξανόμενη ισχύ. Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι με την προστασία της Ρωσίας δραστηριοποιήθηκαν και απέκτησαν οικονομική ευρωστία. Έτσι δημιουργήθηκε στη Θ. μια αστική τάξη, φιλελεύθερη που έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τα κοινοτικά ζητήματα και η οποία πρωτοστάτησε στο απελευθερωτικό κίνημα. Κυρίως χάρη σε αυτήν την τάξη, που δωροδοκούσε συχνά τους Τούρκους άρχοντες, εξασφαλίστηκαν ευνοϊκές συνθήκες για τους Έλληνες και η θέση τους σταδιακά βελτιώθηκε. Πριν από την Επανάσταση του 1821 λειτουργούσαν στη Θ. ένα ή δύο σχολεία και αρκετές εκκλησίες. Η πνευματική αφύπνιση επέφερε την εθνική και οι πρώτες ενέργειες της Φιλικής Εταιρείας βρήκαν πρόσφορο έδαφος μέσα στην πόλη. Στη Θ. τελέστηκαν έντονες προεπαναστατικές ζυμώσεις, οι οποίες όμως δεν διέφυγαν της προσοχής του κατακτητή. Έτσι, όταν το 1821 επαναστάτησε η Χαλκιδική και ο Πολύγυρος, οι Τούρκοι προέβησαν σε σφαγές, ενώ η τρομοκρατία και οι διωγμοί συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση έως το 1823.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η πόλη απέκτησε οικονομική ισχύ και εξευρωπαΐστηκε. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πολλαπλασιάστηκαν. Η Αστική Σχολή μετατράπηκε σε γυμνάσιο με διευθυντή τον ιστορικό-αρχαιολόγο Μαργαρίτη Δήμητσα. Το 1850 ιδρύθηκε το Κεντρικό Παρθεναγωγείο και το 1875 το Ελληνικό Διδασκαλείο. Τα σχολεία αυτά ετοίμαζαν τους δασκάλους και ιερείς που αργότερα τέθηκαν επικεφαλής του μακεδονικού λαού στον Μακεδονικό αγώνα. Παράλληλα, ανέπτυξαν μορφωτική και εθνική δράση, με ακτινοβολία σε ολόκληρη τη Μακεδονία, διάφορα σωματεία, όπως ο Φιλεκπαιδευτικός σύλλογος και η Φιλόπτωχος Αδελφότης. Την ελληνική κοινότητα διοικούσε με σύνεση η δωδεκαμελής Δημογεροντία.
Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε η δράση των κομιτατζήδων, αρχικά στη μακεδονική ύπαιθρο και το 1903 εκδηλώθηκε με δυναμιτιστικές ενέργειες μέσα στην πόλη. Η ελληνική αντίδραση άρχισε το 1904. Έλληνες αξιωματικοί του τακτικού στρατού και καπεταναίοι επικεφαλής των ανταρτικών ομάδων ήρθαν αντιμέτωποι με τους κομιτατζήδες. Το κέντρο του μακεδονικού αγώνα (1904-8) ήταν το ελληνικό προξενείο της Θ. και η Μητρόπολη. Το 1908 εκδηλώθηκε στη Θ. το κίνημα των Νεοτούρκων.
Τέλος, στις 26 Οκτωβρίου 1912 ανήμερα της γιορτής του πολιούχου αγίου Δημητρίου, ο Ταχσίν πασάς υπέγραψε το πρωτόκολλο της παράδοσης της Θ. στους Έλληνες.
Αρχαιολογία – Μνημεία.
Προϊστορία - Ελληνιστικοί χρόνοι. Η Θ., ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ., ήταν περιοχή προϊστορικών οικήσεων. Οι παλαιότερες εγκαταστάσεις βρίσκονται στους πρόποδες του Χορτιάτη, ανάμεσα στον συνοικισμό Άνω Τούμπα, στην Πυλαία και στο Σέδες, ενώ αργότερα η ζωή και ο πολιτισμός πλησίαζαν προς τη θάλασσα. Έτσι ο παραλιακός συνοικισμός του Μικρού Εμβόλου (Καραμπουρνάκι) άρχισε να κατοικείται μόλις στην υστεροελλαδική εποχή.
Στα ιστορικά χρόνια, οι εγκαταστάσεις γύρω από τον Θερμαϊκό κόλπο άρχισαν να πυκνώνουν. Εκτός από τους προϊστορικούς οικισμούς –στην Άνω Τούμπα, στο Καραμπουρνάκι κλπ.– εμφανίστηκε στη σημερινή Μηχανιώνα η πόλη Αίνεια, στις πλαγιές του Χορτιάτη ο Κισσός και στον μυχό του κόλπου η Θέρμη (βλ. λ.). Αυτή είναι η πιο σημαντική πόλη της περιοχής και μάλλον στη θέση της, το 316 π.Χ., ίδρυσε ο Κάσσανδρος τη Θ. Η νέα πόλη απλώθηκε γύρω από τη θάλασσα, απέναντι από τον Όλυμπο, και καθώς υψωνόταν αμφιθεατρικά στους γύρω λόφους, βρισκόταν σε θαυμάσια αρμονία με το φυσικό τοπίο. Η εκλογή της θέσης, όπως παρατήρησαν, «στο τέρμα των θαλάσσιων συγκοινωνιών της Μέσης Ανατολής μετά των Βαλκανίων και στην αρχή των χερσαίων συγκοινωνιών των Βαλκανίων μετά της κεντρικής Ευρώπης, υπήρξε μία από τις μεγάλες πολεοδομικές επιτυχίες της αρχαίας ιστορίας, όπως η εκλογή της θέσης της Αλεξάνδρειας προηγουμένως από τον Μεγάλο Αλέξανδρο και της Κωνσταντινούπολης αργότερα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο» (Γ. Θεοχαρίδη, Σύντομη Ιστορία της Μακεδονίας έως την τουρκοκρατία, 1965).
Έκτοτε, η εξέλιξη της πόλης είναι συνεχής. Αναπτύχθηκε γρήγορα σε αστικό κέντρο και σε όλη την ιστορική της διαδρομή είχε σημαντική θέση σε πληθυσμό, πνευματική ακτινοβολία και εμπορική και πολιτική σημασία.
Από την ελληνιστική περίοδο τα αρχαιολογικά κατάλοιπα μέσα στην πόλη είναι ελάχιστα. Η συνεχής ζωή έχει εξαφανίσει τα περισσότερα, ενώ άλλα πρέπει να βρίσκονται σε μεγάλο βάθος, γιατί στο μεταξύ η στάθμη του εδάφους έχει ανεβεί σημαντικά.
Εκτός από διάφορες επιγραφές και άλλα διάσπαρτα ευρήματα, έχουν αποκαλυφθεί στη θέση τους τμήματα από ιερό του Σάραπη. Επίσης σημαντικά είναι τα υπολείμματα από το αρχαίο τείχος –δρόμοι ελληνιστικοί– που βρίσκονται στο πάνω μέρος της πόλης ενσωματωμένα στα βυζαντινά τείχη. Για τα ελληνιστικά τείχη, τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι επαρκή ώστε να καθοριστεί με ακρίβεια το περίγραμμά τους και μαζί με αυτό η έκταση της πόλης του Κάσσανδρου· όμως, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε για τις ελληνιστικές πόλεις, αυτά πρέπει να ακολουθούσαν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, από την παραλία προς την ακρόπολη, και στα Α ίσως να μην ξεπερνούσαν το όριο όπου αργότερα χτίστηκε η Αχειροποίητος.
Από την περίοδο αυτή τα μνημεία, που έχουν διασωθεί είναι κυρίως ταφικά και βρίσκονται, όπως είναι φυσικό, έξω από την ελληνιστική πόλη. Δίπλα στη μαιευτική κλινική του πανεπιστημίου υπάρχει ένας ναόσχημος καμαροσκέπαστος μακεδονικός τάφος, που ανάγεται στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια, ενώ ένας δεύτερος παρόμοιος βρίσκεται κάτω από μια πολυκατοικία στην οδό Αγγελάκη, απέναντι από τη Διεθνή Έκθεση. Στο 9o χιλιόμετρο της οδού προς τον Λαγκαδά, σώζεται ένας μεγάλος μακεδονικός τάφος και κοντά σε αυτόν, πολλοί κιβωτιόσχημοι, όπου ανακαλύφθηκε ο λεγόμενος θησαυρός του Δερβενιού. Ανάμεσα στα ευρήματα, συγκαταλέγεται ο μεγάλος καταστόλιστος κρατήρας και ο μοναδικός πάπυρος που βρέθηκε στην Ελλάδα. Τέλος, καμαρωτοί και κιβωτιόσχημοι τάφοι έχουν βρεθεί στην περιοχή του Σέδες.
Ρωμαιοκρατία. Αυτή την εποχή η Θ. παρουσίασε ραγδαία ανάπτυξη. Έγινε διαδοχικά πρώτα πρωτεύουσα του ενός τμήματος από τα τέσσερα στα οποία διαίρεσαν οι Ρωμαίοι τη Μακεδονία (168 π.Χ.) και λίγο αργότερα (146 π.Χ.) πρωτεύουσα μιας πολύ πιο εκτεταμένης ρωμαϊκής επαρχίας. Ήταν η πιο πολυάνθρωπη και πιο σπουδαία πόλη της Μακεδονίας και σύμφωνα με τον Κικέρωνα βρισκόταν στο πιο καίριο σημείο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Το 305 η Θ. έγινε έδρα του Ρωμαίου ηγεμόνα Γαλέριου, ο οποίος έχτισε στην πόλη βασίλεια, δηλαδή τα επιβλητικά του ανάκτορα και η πόλη επεκτάθηκε προς τα Α. Την ίδια εποχή η πόλη προσέκτησε την έκταση που διατήρησε και στους επόμενους χρόνους –κατά την βυζαντινή περίοδο και την τουρκοκρατία – μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Είναι η οικιστική περίοδος όπου η πόλη περιοριζόταν μέσα στον χώρο που περιέκλειαν τα τείχη της, μια έκταση δηλαδή περίπου 3.000 τ. χλμ. Προκειμένου να χωρέσει το μεγάλο ανακτορικό συγκρότημα μέσα στη Θ., ο Γαλέριος μετέθεσε τα τείχη στα Α και δημιούργησε μια ευρύχωρη έκταση από τη Ροτόντα μέχρι και την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου έχτισε τα νέα οικοδομήματα. Η πόλη προσέκτησε την οριστική της έκταση και ο οχυρωματικός περίβολος την τελική του μορφή. Το ανατολικό τείχος εκτεινόταν από τον Λευκό Πύργο μέχρι το Επταπύργιο, το δυτικό από την πλατεία Βαρδαρίου μέχρι την Ακρόπολη, το παραλιακό κατά μήκος της οδού Προξένου Koρομηλά και το βόρειο στις κορυφές του λόφου. Έξω από την πόλη υπήρχαν δύο εκτεταμένα νεκροταφεία και αργότερα αναπτύχθηκε ένα τρίτο, μικρότερο, περίπου 1.500 μ. στα Α, εκεί όπου κατοικούσαν οι αγροτικοί πληθυσμοί.
Στην Αγορά, που είχε διαμορφωθεί πάνω σε ελληνιστικά κτίσματα την εποχή μεταξύ Αυγούστου και Αδριανού, ο Γαλέριος προσέθεσε τα τελευταία μνημειακά οικοδομήματα και ολοκλήρωσε διάφορες μετασκευές. Σε αυτό το σημαντικό κομμάτι της πόλης, στον ομφαλό της, η ανασκαφική έρευνα δεν έχει προχωρήσει κι έτσι οι γνώσεις μας για την τοπογραφία της περιοχής και τα μνημεία –τη διώροφη στοά των Incantadas, την Καταφυγή κλπ.– είναι ακόμα περιορισμένες. Σήμερα σώζεται το Ωδείο και ένα μεγάλο τμήμα της πλατείας της αγοράς με τα γύρω κτίσματα. Την πλακόστρωτη πλατεία, της οποίας οι διαστάσεις είναι περίπου 65 χ 100 μ., περιτρέχει μια κρηπίδα από τρεις μαρμάρινες βαθμίδες, ενώ ο χώρος περιβάλλεται από μία διπλή στοά. Στην ανατολική πλευρά βρέθηκαν κίονες και από τις δύο κιονοστοιχίες της διπλής στοάς. Ο ένας, που βρέθηκε πεσμένος δίπλα στην αρχική του θέση με το κορινθιακό του κιονόκρανο, αναστηλώθηκε. Ανάμεσα στο Ωδείο και στην πλατεία της Αγοράς τα ψηφιδωτά δάπεδα της στοάς διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Στη νότια πλευρά έχει αποκαλυφθεί μια διπλή υπόγεια στοά (cryptoporticus) και διάφορα άλλα διαμερίσματα, ένα από τα οποία διατηρεί μια πολύ σημαντική παλαιοχριστιανική τοιχογραφία.
Ο Γαλέριος χτίζοντας τα ανάκτορα, τον Ιππόδρομο και όλα τα άλλα κτίρια που αποτελούν το συγκρότημα που φέρει το όνομά του (Γαλεριανό) δημιούργησε την πιο επιβλητική περιοχή της Θ. Το συγκρότημα αυτό είναι μια μεγάλη, για το μέγεθος και τη σύλληψη, αρχιτεκτονική σύνθεση, που εκτείνεται σε μια περιοχή γύρω στα 180.000 τ.μ. και στηρίζεται σε δύο κάθετους δρόμους-άξονες: ο ένας βρίσκεται στην ευθεία Καμάρας-Ροτόντας και ο δεύτερος ταυτίζεται με τη σημερινή Εγνατία οδό. Στο σημείο που διασταυρώνονται αυτοί οι δύο άξονες υψώνεται το θριαμβικό τόξο του Γαλέριου, η Καμάρα, στα Β είναι η Ροτόντα, πνευματική απόληξη όλου του συγκροτήματος και κάτω από την Καμάρα, στα ΝΑ ο Ιππόδρομος και στα ΝΔ τα ανάκτορα. Αριστερά και δεξιά από την Εγνατία οδό –που μόνο μετά το 1912 πήρε αυτή την ονομασία, καθώς η ρωμαϊκή via Egnatia δεν διέσχιζε την πόλη–, περίπου από το ύψος της Αχειροποιήτου, βρίσκονταν στοές με κιονοστοιχίες, όπως και στον άλλο άξονα του συγκροτήματος, δηλαδή στην πομπική οδό που οδηγούσε από την Καμάρα στη Ροτόντα. Όλο αυτό το σύνολο αποτελούσε μια μεγαλεπήβολη αρχιτεκτονική σύνθεση με οργανική διάρθρωση και ενότητα, από την οποία πολλά τμήματα χάθηκαν, άλλα βρίσκονται κάτω από τις πολυκατοικίες ενώ μερικά από τα πιο σημαντικά, όπως η Poτόντα, η Καμάρα και το Οκτάγωνο σώζονται σε καλή κατάσταση.
Από τα ανάκτορα, που είχαν τη μορφή μικρής πόλης με πολλά κτίρια, έχουν αποκαλυφθεί τα ερείπια ενός τμήματος στη σημερινή πλατεία Ναβαρίνου. Πρόκειται για μια εσωτερική αυλή που πλαισιώνεται με στοές και δωμάτια. Γύρω από αυτά ξεδιπλώνονται διάδρομοι που διατηρούν τα ψηφιδωτά τους δάπεδα, πιο πέρα βρίσκονται άλλα διαμερίσματα και στη νοτιοδυτική γωνία το Οκτάγωνο, το πιο σημαντικό από τα ερείπια: είναι μια ευρύχωρη και πολυτελής οκταγωνική αίθουσα, περίπου στο μέγεθος της Ροτόντας, που σκεπαζόταν με τρούλο, ενώ οι οκτώ πλευρές της αριθμούσαν ισάριθμες κόγχες. Βόρεια του Οκταγώνου, στην οδό Γούναρη, αποκαλύφθηκαν και άλλα τμήματα του ανακτόρου, ανάμεσα στα οποία βρέθηκαν μεγαλοπρεπείς αίθουσες με ψηφιδωτά δάπεδα. Παλαιότερα, μπροστά ακριβώς από την Καμάρα, είχε αποκαλυφθεί μια μεγάλη αίθουσα με ψηφιδωτά που λειτουργούσε ως πρόπυλο των ανακτόρων. Αυτή, όπως και όσα τμήματα από τον Ιππόδρομο έχουν βρεθεί κατά καιρούς, σήμερα βρίσκεται θαμμένη κάτω από τον δρόμο και τις πολυκατοικίες.
Η Καμάρα είχε οκτώ πεσσούς σε δύο σειρές και στη μέση έναν τρούλο· σήμερα σώζονται μόνο δύο από τους κεντρικούς πεσσούς και ένας από τους δευτερεύοντες στα πλάγια. Το κτίσμα δεν είχε προορισμό πρακτικό αλλά αναμνηστικό. Ήταν ένα θριαμβικό τόξο που ανέγειρε ο Γαλέριος για να απαθανατίσει τις νίκες του στην Ασία κατά τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Περσών το 297. Γι’ αυτό στους κεντρικούς πεσσούς, οι οποίοι είναι επενδεδυμένοι με μαρμάρινα ανάγλυφα, παριστάνονται γεγονότα σχετικά με τους περσικούς πολέμους του Γαλέριου. Οι παραστάσεις αναπτύσσονται σε τέσσερις ζώνες. Σε αυτές εικονίζονται ο Γαλέριος που προσφέρει θυσία, ανατολίτες που ζητούν γονατισμένοι την ευμένειά του, πομπές ζώων, σκηνές από τις εκστρατείες, μάχες, υποδοχές του αυτοκράτορα κλπ. Αυτά τα ανάγλυφα είναι από τα καλύτερα δείγματα της τέχνης της εποχής. Έχουν αφηγηματικό και διακοσμητικό χαρακτήρα και παρουσιάζουν την τάση να μην αφήσουν καμιά επιφάνεια αδιακόσμητη. Όλα παριστάνονται με έναν τρόπο περισσότερο ζωγραφικό, οπτικό, παρά πλαστικό· δηλαδή διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά της τέχνης της όψιμης αρχαιότητας αλλά, καθώς οι τεχνίτες ήταν Έλληνες, διατηρούσαν ακόμα την ελληνιστική χάρη.
Από την Καμάρα μια πλατιά οδός, πλαισιωμένη από στοές, οδηγούσε στη Ροτόντα, το πιο σπουδαίο κτίριο της ρωμαιοκρατίας στη Θ. Πρόκειται για ένα περίκεντρο επιβλητικό οικοδόμημα με διάμετρο 24,15 μ. που σκεπάζεται με έναν τεράστιο τρούλο. Οι τοίχοι, πάχους 6,30 μ., έχουν πολλά επάλληλα ανοίγματα-κόγχες και παράθυρα τα οποία ελαφραίνουν αισθητικά το κτίριο και με σοφό τρόπο κατεβάζουν τα βάρη του τρούλου στο έδαφος. Επιπλέον, ανάμεσα στα πιο αξιόλογα μνημεία της εποχής, ξεχωρίζει το Νυμφαίον, ένα μονόπτερο κυκλικό οικοδόμημα στα ΝΑ της Αγίας Σοφίας, και η ρωμαϊκή εξέδρα μπροστά από τα τουρκικά λουτρά, κάτω από την αρχαία Αγορά.
Παλαιοχριστιανικοί και βυζαντινοί χρόνοι. Ο χρόνος και οι καταστροφές στέρησαν την πόλη από πολλά μνημεία. Οι αλώσεις, οι συχνές πυρκαγιές και το εμπόριο εξαγωγής αρχαίων, με το οποίο φαίνεται ότι ασχολούνταν συστηματικά πολλοί ξένοι υπήκοοι στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, εξαφάνισαν ένα μεγάλο μέρος από την πατρογονική κληρονομιά της Θ. Όμως ό,τι έμεινε είναι τόσο σημαντικό, ώστε αν κάποιος βασιστεί μόνο στα μνημεία της Θ., θα μπορέσει να συνθέσει ένα μεγάλο και σπουδαίο μέρος της ιστορίας ολόκληρου του βυζαντινού πολιτισμού.
Η πόλη σε αυτή τη μεγάλη περίοδο εξακολουθούσε να παραμένει κλεισμένη στα κάστρα της. Υπήρχε δηλαδή και το θαλάσσιο τείχος, που από τον Λευκό Πύργο εκτεινόταν κατά μήκος της οδού Προξένου Κορομηλά, λίγο πιο μέσα από τη σημερινή παραλία, έως την πλατεία Ελευθερίας. Εκεί υπήρχε ένας πύργος, ύστερα από τον οποίο η θάλασσα εισχωρούσε μέχρι τον Άγιο Μηνά και τη Φραγκοεκκλησιά και σχημάτιζε ένα τεχνητό λιμάνι, έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η πλευρά του λιμανιού προς τη θάλασσα προστατευόταν με έναν ψηλό κυματοθραύστη, το λεγόμενο Τζερέμπολον, που σε σχήμα κλειστής γροθιάς πλησίαζε τον δυτικό ακραίο πύργο του θαλάσσιου τείχους και σχημάτιζε μια μικρή δίοδο, που την έφραζαν όποτε συνέτρεχε λόγος με μια αλυσίδα. Το λιμάνι, που διατηρήθηκε όλη τη βυζαντινή περίοδο, καταχώθηκε την περίοδο της τουρκοκρατίας.
Το δυτικό τείχος άρχιζε από τον πύργο του αγάλματος –πίσω από την Παναγία Φανερωμένη– και κατέληγε στον πύργο που βρισκόταν στη δυτική πλευρά του λιμανιού. Το ανατολικό ξεκινούσε από τον πύργο του Τριγωνίου και έφτανε, μέχρι τον πύργο της Σαμαρείας, που αργότερα πήρε τη μορφή του Λευκού Πύργου.
Στην επάνω πόλη, υπήρχε ο περίβολος της Ακρόπολης, που χωριζόταν από την κυρίως πόλη με ιδιαίτερο τείχος.
Μπροστά από το ανατολικό και το δυτικό τείχος στα πεδινά, περίπου κάτω από το ύψος της οδού Αγίου Δημητρίου, υπήρχε ένα δεύτερο πιο χαμηλό τείχος, το λεγόμενο προτείχισμα.
Τέλος, κατά μήκος των τειχών υπήρχαν οι πύλες της πόλης, που βρίσκονταν στα πέρατα των μεγάλων δρόμων. Μια μεγάλη λεωφόρος διέτρεχε κατά μήκος το θαλάσσιο τείχος και έφτανε στα Α μέχρι τη διπλή πύλη, Πόρτα-Ρόμα, κοντά στον Λευκό Πύργο. Στις διπλές πύλες, η εξωτερική πόρτα βρισκόταν στην ευθεία του προτειχίσματος και η εσωτερική στο κυρίως τείχος.
Πρώτη παράλληλη προς την παραλιακή λεωφόρο ήταν η κεντρική αρτηρία της πόλης, η σημερινή οδός Εγνατίας, το Φαρδύ των παλαιών Θεσσαλονικέων. Ο δρόμος αυτός αποτελούσε διακλάδωση της μεγάλης στρατιωτικής οδού Via Egnatia, η οποία δεν περνούσε μέσα από την πόλη, αλλά παρέκαμπτε τη Θ. πίσω από τα βουνά, κατά μήκος της λίμνης Λαγκαδά και Βόλβης και από τα στενά της Ρεντίνας έφτανε μέχρι την Καβάλα. Μια διακλάδωση λοιπόν της Via Egnatia εισχωρούσε στη Θ. από μια διπλή πύλη, τη Χρυσή Πύλη. Προς τα Α, η λεωφόρος έβγαινε από μια άλλη διπλή πύλη, που έως τον 10o αι. ονομαζόταν Κασσανδρεωτική, γιατί οδηγούσε στην Κασσάνδρεια και μετά, όταν όλη η δυτική Χαλκιδική αποτέλεσε το κατεπανίκιοντης Καλαμαριάς (βυζαντινή διοικητική υποδιαίρεση), μετονομάστηκε σε πύλη της Καλαμαριάς.
Δεύτερη μεγάλη παράλληλη λεωφόρος ήταν η σημερινή οδός Αγίου Δημητρίου. Στα Δ οδηγούσε στη Ληταία Πύλη και στα Α στη Νέα Χρυσή Πύλη. Από τον ναό του Αγίου Δημητρίου, ο δρόμος διακλαδιζόταν και κατέληγε στην πύλη των Ασωμάτων, που πήρε την ονομασία της από τον γειτονικό ναό. Κάθετοι προς τις παράλληλες λεωφόρους ήταν δύο μεγάλοι δρόμοι: ο ένας βρισκόταν κατά μήκος της σημερινής Βενιζέλου και ο δεύτερος περνούσε μπροστά από το αίθριο της Αχειροποιήτου, δηλαδή λίγο δυτικότερα από την οδό Αγίας Σοφίας. Επίσης, βεβαιωμένοι βυζαντινοί δρόμοι είναι η οδός Ηροδότου, που περνάει μπροστά από τον πυλώνα του Αγίου Νικολάου Ορφανού, η οδός Παπαρρηγοπούλου, που καταλήγει στον πυλώνα των Αγίων Αποστόλων και η οδός Αγίου Νικολάου πίσω από τον Άγιο Δημήτριο. Τέλος, τα περισσότερα δρομάκια της άνω πόλης εικάζεται ότι είναι βυζαντινά.
Σχετικά με τη ρυμοτομία της Θ., πρέπει να προστεθεί ότι μέσα στην πόλη υπήρχαν οι διάφορες συνοικίες που υιοθετούσαν την ονομασία τους από τα μνημεία γύρω στα οποία βρίσκονταν. Έτσι έχουμε Γειτονίαν του Ιπποδρόμου, Γειτονίαν των Ασωμάτων, Γειτονίαν της Αχειροποιήτου, Γειτονίαν του Ομφαλού κλπ. Ακόμη, τα νεκροταφεία της ρωμαιοκρατίας, που εκτείνονταν έξω από το ανατολικό και το δυτικό τείχος, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και επεκτείνονταν κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου. Τα βυζαντινά ανάκτορα βρίσκονταν πίσω από το σημερινό Διοικητήριο, ενώ η πόλη ήταν γεμάτη από εκκλησίες και μοναστήρια, που βρίσκονταν διάσπαρτα ανάμεσα στις περιοχές των ιδιωτικών κατοικιών και στα δημόσια κτίρια.
Σήμερα, λόγω των αλλεπάλληλων καταστροφών, το μεγαλύτερο μέρος από τη δεύτερη τη τάξει πόλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας έχει εξαφανιστεί. Το μεγαλείο της, όμως, καταγράφεται πάνω σε ό,τι έχει διασωθεί: στην αρχαία Αγορά, στο Γαλεριανό συγκρότημα, στους θαυμάσιους ναούς και, τέλος, στα ισχυρότατα τείχη, που εκτός από τον οχυρωματικό τους προορισμό δεν υστερούν ως αρχιτεκτονική μορφή από τα άλλα καλλιτεχνικά επιτεύγματα.
Τα τείχη της Θ. αποτελούν σημαντικότατο σύνολο παλιάς οχύρωσης βυζαντινής πόλης, μοναδικό για την αρχαιολογική, αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική του σημασία. Έχουν σχήμα τραπεζίου. Στην κορυφή τους επιστέφονται από την Ακρόπολη που έχει σχήμα τριγώνου και δεσπόζει σε ολόκληρη την πόλη. Η περίμετρός τους, περίπου 7 χλμ., σήμερα έχει περιοριστεί περίπου στα 3 χλμ. Το ύψος τους κυμαίνεται από 8,30 έως 10,50 μ. Η μορφή τους είναι επιβλητική. Οι επίπεδες επιφάνειες εναλλάσσονται με τις ορθογώνιες προεξοχές των πύργων και όλες κοσμούνται από τις πλατιές ζώνες των τούβλων που διαιρούν οριζόντια το μήκος των τειχών. Από τους πύργους, σήμερα σώζονται περίπου εξήντα. Όλοι έχουν τετράγωνη διατομή εκτός από δύο, τον Λευκό Πύργο και τον πύργο του Τριγωνίου, που είναι κυκλικοί.
Τα τείχη της Θ. απέκτησαν την τελική τους μορφή και έκταση στα πρώιμα μεσαιωνικά χρόνια και συγκεκριμένα την εποχή του Θεοδόσιου Α’ (379-395). Αργότερα, μέρη των τειχών επισκευάστηκαν ή διασκευάστηκαν· το μεγαλύτερο μέρος απ’ ό,τι σώζεται σήμερα είναι του Ορμίσδα, του στρατηγού του Θεοδοσίου Α’.
Την ίδια εποχή που ο Θεοδόσιος Α’ οχύρωσε την πόλη, η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία (περ. 400) και το εσωτερικό της διακοσμήθηκε με θαυμάσια ψηφιδωτά, στον τρούλο και στα παράθυρα και στις καμάρες. Όλα είναι σύγχρονα και είναι καταφανές ότι προέρχονται από σπουδαίο καλλιτεχνικό εργαστήριο. Στις μεγάλες κόγχες, τα μοτίβα –πουλιά, αστερίες, καλάθια με φρούτα κλπ.– είτε απλώνονται ελεύθερα στον αργυρό ή χρυσό κάμπο είτε περικλείονται μέσα σε γεωμετρικά σχήματα. Τα χρώματα είναι έντονα και σε μεγάλη ποικιλία. Το πράσινο σε όλες του τις διαβαθμίσεις ενώνεται με το κόκκινο, το γαλάζιο και το χρυσό. Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι λαμπρό και παραπέμπει στην ελληνική αρχαιότητα, που εδώ συνταιριάζεται με τα χριστιανικά σύμβολα. Στον τρούλο, όπου αρχικά υπήρχαν δύο ζώνες και το κεντρικό ομφάλιο, συγκεντρώνεται η κύρια διακόσμηση. Σήμερα, σώζεται η κάτω πλατιά ζώνη που χωρίζεται σε οκτώ διάχωρα. Κάθε διάχωρο είναι φιλοτεχνημένο με μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση. Εκείνη στο κέντρο έχει μια μορφή κόγχης που δηλώνει το ιερό βήμα. Μπροστά από το σκηνικό του ιερού, που ανάμεσά του προβάλλουν παγόνια, σταυροί και κανδήλες, αναπαριστώνται κατά μέτωπο μάρτυρες ολόσωμοι ανά δύο ή σπάνια ανά τρεις σε στάση δέησης. Οι μορφές είναι μνημειακές· φέρουν φαρδιά ενδύματα με πλούσια πτυχολογία, ενώ τα πρόσωπά τους αντανακλούν μια φωτεινότητα. Κάθε μορφή παρουσιάζει τα δικά της υποκειμενικά χαρακτηριστικά. Έτσι, το σύνολο αναδεικνύει μια σειρά από έξοχα πορτρέτα. Άλλα αντανακλούν κλασική ομορφιά, άλλα ηρωική έκφραση, άλλα παιδική αθωότητα και άλλα την ηπιότητα της αγιοσύνης. Όλα όμως έχουν υψηλό ήθος. Προκειμένου να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα, ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, που δύσκολα απαντάται στις προηγούμενες, αλλά και στις εποχές που ακολούθησαν.
Από την ίδια πρώιμη μεσαιωνική φάση της πόλης έχουν βρεθεί πολλοί παλαιοχριστιανικοί τάφοι διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Χρονολογούνται από το τέλος του 3ου ή τις αρχές του 4ου αι. έως τις αρχές του 5ου και παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί μας προσφέρουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την πρώιμη χριστιανική ζωγραφική στο νοτιοανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η ποικιλία της ζωγραφικής τους διακόσμησης είναι μεγάλη. Παρουσιάζουν, εκτός από τις φυτικές διακοσμήσεις και τις απομιμήσεις ορθομαρμάρωσης, παραστάσεις προσώπων ή και ολόκληρες οικογένειες, συμβολικές παραστάσεις της θείας ευχαριστίας, του καλού ποιμένα κλπ.
Από τον 5ο αι., εποχή που η χριστιανική ναοδομία βρισκόταν σε έξαρση σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, η Θ. διατηρούσε λαμπρούς ναούς: τον Άγιο Δημήτριο, την Αχειροποίητο και τον Όσιο Δαβίδ.
Ο Άγιος Δημήτριος αποτελεί το σπουδαιότερο μνημείο της Θ., από θρησκευτική και εθνική άποψη, ενώ ταυτόχρονα έχει ανάλογη αρχαιολογική αξία. Πρόκειται για μια ελληνιστική ξυλόστεγη βασιλική, πεντάκλιτη με εγκάρσιο κλίτος που εξέχει από το σώμα του ναού. Στα Δ βρίσκεται ο νάρθηκας που επικοινωνεί με το κεντρικό κλίτος μέσω ενός μεγαλοπρεπούς τριβήλου. Το κεντρικό κλίτος, που έχει πλάτος 12 μ., χωρίζεται από τα πλάγια με δύο επιβλητικές κιονοστοιχίες που διακόπτονται από πεσσούς. Το κλίτος σκεπάζεται με σαμαρωτή στέγη και καταλήγει στην ολόφωτη αψίδα του ιερού, ενώ τα πλάγια σκεπάζονται με μονόριχτες στέγες και ενώνονται με εκείνες του εγκάρσιου κλίτους. Ανάλογη με τη μεγαλοπρέπεια του κτιρίου είναι η ζωγραφική και η μαρμάρινη διακόσμηση. Από την τελευταία –κιονόκρανα, θωράκια, ορθομαρμάρωση κλπ.– τα κιονόκρανα παρουσιάζουν μοναδική ποικιλία σε τύπους και κοσμήματα. Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες παρουσιάζουν μία ιδιομορφία: δεν έχουν καμία εικονογραφική συνάφεια μεταξύ τους. Η διακόσμηση δεν ακολουθεί ορισμένο εικονογραφικό πρόγραμμα, γιατί είναι αναθηματική. Δηλαδή, φιλοτεχνήθηκε σε διάφορες εποχές (από τον 5o έως τον 15o αι.) και πρόκειται είτε για αφιερώματα αρρώστων που θεραπεύτηκαν από τον άγιο είτε για αφιερώματα του λαού για τη διάσωση της πόλης. Τα παλαιότερα ψηφιδωτά ανήκουν στον 5o αι. και είναι αυτά που διασώθηκαν από την πυρκαγιά του ναού μεταξύ 629-635. Είναι δύο και βρίσκονται στη δυτική πλευρά. Το ένα αναπαριστά την αφιέρωση δύο παιδιών στην εικόνα του αγίου και το άλλο τον άγιο Δημήτριο με αγγέλους. Ταυπόλοιπαψηφιδωτάχρονολογούνταιμετάτην πυρκαγιά των αρχών του 7ου αι. και βρίσκονται στους δύο πεσσούς, δεξιά και αριστερά από το ιερό. Επιπροσθέτως, στη νοτιοανατολική γωνία του ναού υπάρχει το μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου –που διατηρεί πολύ σημαντικές τοιχογραφίες του 1303– και κάτω από ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της εκκλησίας, βρίσκεται η υπόγεια κρύπτη του αγίου.
Η Αχειροποίητος είναι η μοναδική ξυλόστεγη ελληνιστική βασιλική στην Ελλάδα που σώζεται σχεδόν ακέραιη. Το αίθριό της βρίσκεται σήμερα κάτω από την πλατεία Μακεδονομάχων. Από τον στενόμακρο νάρθηκα, ένα τρίβηλο οδηγεί στο κεντρικό κλίτος, που είναι ψηλότερο από τα δύο πλάγια, διαθέτει αμφικλινή στέγη και απολήγει στη μεγαλόπρεπη κόγχη. Επάνω από τα πλάγια κλίτη υπάρχουν γυναικωνίτες, που ανάμεσα από τις μικρές κιονοστοιχίες αντικρίζουν το κεντρικό κλίτος. Στην Αχειροποίητο διαφαίνεται ξεκάθαρα η σημασία που είχαν τα παράθυρα στον τύπο της βασιλικής και, γενικότερα, το φως στον ναό, δηλαδή στον εσωτερικό λατρευτικό χώρο των χριστιανών. Τα παράθυρα είναι τόσο πολλά που οι καθαρές επιφάνειες των τοίχων έχουν περιοριστεί σημαντικά. Από τη μαρμάρινη διακόσμηση, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα θαυμάσια θεοδοσιανά κιονόκρανα καθώς και το μαρμάρινο δάπεδό της, ένα μεγάλο μέρος του οποίου σώζεται στο κεντρικό κλίτος. Από την ψηφιδωτή διακόσμηση ό,τι σώζεται βρίσκεται στα εσωράχια των τόξων, στις κιονοστοιχίες. Τα θέματά τους, κυρίως φυτικά, συνδυάζονται με συμβολικές παραστάσεις του χριστιανισμού μέσα σε λαμπρούς και πλούσιους χρωματισμούς. Επιπλέον, στο νότιο κλίτος αποκαλύφθηκαν τοιχογραφίες που εικονίζουν στη σειρά εναλλακτικά τους Σαράντα Μάρτυρες σε προτομή και ολόσωμους. Οι τοιχογραφίες αυτές ανάγονται στις αρχές του 13ου αι. και η σημασία τους είναι μεγάλη, αφενός γιατί δεν υπήρχαν στη Θ. τοιχογραφίες του 13ου αι., αφετέρου διότι αυτές έχουν στενή σχέση με τις σύγχρονες τοιχογραφίες της Σερβίας. Δείχνουν δηλαδή ότι πριν ακόμα από την εποχή των Παλαιολόγων, οι ζωγράφοι που διακόσμησαν τις περισσότερες εκκλησίες των Βαλκανίων και ιδιαίτερα της Σερβίας ήταν Θεσσαλονικείς ή είχαν μαθητεύσει στη Θ. Έτσι αποδεικνύεται ότι η Θ. έπαιζε πρωταρχικό ρόλο στην καλλιτεχνική κίνηση της Μακεδονίας και των γειτονικών βαλκανικών χωρών.
Ο Όσιος Δαβίδ, που σήμερα του λείπει το δυτικό τμήμα, έχει βασική σημασία για την ιστορία της αρχιτεκτονικής, γιατί είναι από τους προδρόμους του σταυροειδούς με τρούλο, του τύπου δηλαδή που επικράτησε στη 2η χιλιετία. Αρχικά, ο ναός ήταν τετράγωνος. Σε αυτό το τετράγωνο εγγραφόταν ένας ισοσκελής σταυρός και στο σημείο της διασταύρωσης των κεραιών του σταυρού υψωνόταν ο τρούλος. Το μνημείο είναι κυρίως γνωστό για το περίφημο ψηφιδωτό του, που εικονίζει το όραμα του Ιεζεκιήλ.
Η Αγία Σοφία χτίστηκε στην αρχή του 8ου αι. και αντιπροσωπεύει τον μεταβατικό τύπο από τη βασιλική με τρούλο στον σταυροειδή. Είναι ένας τετράγωνος ναός με περίστωο. Σε αυτό το μνημείο σχεδόν ολοκληρώνεται η βαθμιαία μεταμόρφωση της βασιλικής σε κεντρικό ναό. Βέβαια, κιονοστοιχίες υπάρχουν ακόμα, αλλά έχουν υποχωρήσει στα πλάγια αφήνοντας ελεύθερο τον κεντρικό χώρο, ο οποίος με τέσσερις ισχυρούς πεσσούς συγκρατεί τις καμάρες και τον τρούλο. Εκτός όμως από τη σημασία του ναού στην εξέλιξη της βυζαντινής ναοδομίας, είναι πολύ σημαντική η ψηφιδωτή του διακόσμηση, που αντιπροσωπεύει τη νέα ζωογόνηση της βυζαντινής τέχνης μετά την Εικονομαχία. Τα ψηφιδωτά βρίσκονται στην κόγχη του ιερού και στον τρούλο. Στο ιερό παριστάνεται η Παναγία ένθρονη με τον Χριστό στην αγκαλιά της και στον τρούλο η Ανάληψη (τέλη 9ου αι.), από τα πιο σημαντικά ψηφιδωτά όλης της βυζαντινής τέχνης. Γύρω από τη μορφή του Ιησού, που βρίσκεται μέσα σε δόξα στην κορυφή του τρούλου, εικονίζονται σε μεγαλύτερο κύκλο η Παναγία ανάμεσα σε δύο αγγέλους και οι δώδεκα Απόστολοι. Το πετρώδες έδαφος του βουνού, όπου αναλήφθηκε ο Χριστός, αναπαριστάται με πολύ σχηματικό τρόπο. Καθεμία από τις δεκαπέντε μορφές χωρίζεται από την άλλη με ένα δέντρο, έτσι ώστε να τονίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Αποστόλων και ο έντονος ρεαλισμός στις διάφορες στάσεις και στις κινήσεις τους.
Τον 11ο αι., μετά τους νικηφόρους πολέμους του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου, η Θ. συνέχισε πιο έντονα την πνευματική και καλλιτεχνική της επίδοση. Τότε (1028) ανεγέρθηκε η Παναγία Χαλκέων. Στην επιγραφή της, που είναι χαραγμένη στο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου, αναφέρεται πως ο χώρος, όπου χτίστηκε η εκκλησία της Θεοτόκου, ήταν πριν βέβηλος (ξένος προς τη χριστιανική λατρεία) και ότι ιδρυτής του ναού ήταν ο πρωτοσπαθάριος της αυτοκρατορικής αυλής, Χριστόφορος. Ο ναός είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, δηλαδή ανήκει στον τύπο που επικρατούσε στη βυζαντινή ναοδομία κατά τη 2η χιλιετία. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίριο, μέσα στο οποίο εγγράφεται ο σταυρός. Στον κεντρικό χώρο, τέσσερις κίονες υποστηρίζουν ισάριθμα τόξα, πάνω στα οποία, με τη βοήθεια των σφαιρικών τριγώνων, υψώνεται ο τρούλος. Όλος ο ναός αποτελείται από τρία μέρη: τον κυρίως ναό, που είναι ένα κανονικό τετράγωνο, το ιερό, που αποτελείται από τρεις ξεχωριστούς χώρους, και τον νάρθηκα στα δυτικά, που είναι διώροφος και σκεπάζεται με δύο τρουλίσκους. Αυτή η κομψή εκκλησία είναι χτισμένη μόνο με τούβλα και διακρίνεται για τη διακοσμητική διάθεση και τις πλαστικές αναζητήσεις του σχεδιαστή. Εξάλλου, οι ψηλές αναλογίες, τα πολλά ανοίγματα, ο ξεχωριστός χώρος του ιερού και ο διώροφος με τους τρουλίσκους νάρθηκας συνδέουν τον ναό με την Κωνσταντινούπολη, με την οποία η Θ. αποτελεί αρχιτεκτονικά ενότητα. Το εσωτερικό είναι γεμάτο με τοιχογραφίες σύγχρονες του ναού, που δυστυχώς στον κυρίως ναό και στο ιερό φέρουν πολλές φθορές. Σε καλή κατάσταση βρίσκονται οι τοιχογραφίες του νάρθηκα. Εκεί εικονίζεται η Δευτέρα Παρουσία, που καλύπτει ολόκληρο τον ανατολικό και δυτικό τοίχο πάνω από τον κοσμήτη. Κεντρικό θέμα είναι η δέηση πάνω από την πόρτα. Ο Ιησούς κάθεται σε θρόνο και στα πλάγια η Παναγία και ο Ιωάννης δέονται για τις ανθρώπινες ψυχές. Στα πόδια του Ιησού γονατίζουν ο Αδάμ και η Εύα. Πίσω, πλήθος αγγέλων με δόρατα γεμίζουν το βάθος, ενώ στις δύο πλευρές είναι καθισμένοι οι Απόστολοι. Αριστερά, βρίσκονται οι μακάριοι και δεξιά οι αμαρτωλοί. Οι μορφές διαγράφονται με συνεχές και στέρεο περίγραμμα, οι πτυχώσεις είναι στακάτες και οι κινήσεις συχνά βίαιες.
Μνημεία του επόμενου αιώνα (12ος) στη Θ. δεν υπάρχουν, καθώς οι λίγες τοιχογραφίες που κοσμούσαν τον νάρθηκα της Παναγίας Χαλκέων από εκείνη την εποχή σήμερα έχουν χαθεί οριστικά.
Ωστόσο, από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αι. με τις τοιχογραφίες των Σαράντα Μαρτύρων στην Αχειροποίητο, η σειρά των μνημείων της Θ., τα οποία σε πυκνή ακολουθία αντιπροσωπεύουν όλες τις φάσεις της βυζαντινής τέχνης, συνεχίζεται αδιατάρακτα. Αυτές οι τοιχογραφίες αποτελούν σταθμό στην εξέλιξη της ζωγραφικής της Θ., ως προάγγελοι της μεγάλης ακμής των αρχών του 14ου αι.
Την περίοδο των Παλαιολόγων, μολονότι η αυτοκρατορία κατέρρεε, στον τομέα της τέχνης έκανε την εμφάνισή της μια επαναστατική κίνηση. Είναι η εποχή της αναγέννησης των Παλαιολόγων· παντού ιδρύθηκαν νέες εκκλησίες και νέα μοναστήρια· η άνθηση τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στη ζωγραφική ήταν μεγάλη.
Εκείνη την εποχή, η καλλιτεχνική ζωή της Θ. έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Μέσα στην ενιαία και οικουμενική τέχνη του Βυζαντίου, ο ηγετικός ρόλος της Θ. ήταν αισθητός περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η πόλη –κυρίως καλλιτεχνικό κέντρο– με καλλιτέχνες όπως ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Ευτύχιος και ο Μιχαήλ Αστραπάς, άρχισε να μεταδίδει με μεγαλύτερη ένταση την τέχνη του Βυζαντίου. Ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής της πόλης, ο χρυσός αιώνας της. Τα μνημεία που σώζονται από αυτή την περίοδο είναι πολλά: Αγία Αικατερίνη, παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου μέσα στον Άγιο Δημήτριο, Άγιος Νικόλαος Ορφανός, Προφήτης Ηλίας, Άγιος Παντελεήμων, Ταξιάρχες, Μεταμόρφωση και η ιστορική μονή Βλαττάδων.
Η Αγία Αικατερίνη αποτελεί ένα από τα πιο ωραία κτίσματα στα τέλη του 13ου αι. Η αρχιτεκτονική, στην περίπτωση αυτή, παίζει με τα σχήματα, τις γραμμές και τις επιφάνειες. Ο ναός είναι σταυροειδής, εγγεγραμμένος με πέντε τρούλους και στοά, που περιτρέχει το μνημείο από τις τρεις πλευρές. Το κτίσμα στηρίζεται σταθερά σε μία κρηπίδα και από τη βάση έως την κορυφή οι όγκοι ανεβαίνουν ανάλαφροι. Οι τοίχοι έχουν έναν κυματισμό και τους διαπερνούν τα μεγάλα δίλοβα και τρίλοβα ανοίγματα της στοάς. Ένα γείσο χωρίζει στα δύο τον κύβο του κτιρίου και πάνω από αυτό ξεκινά ένας συνεχής κυματισμός, που κλιμακωτά και ανάλαφρα υψώνεται έως την κορυφή του τρούλου. Σε ολόκληρο το μνημείο κυριαρχεί το παιχνίδισμα των γραμμών και των όγκων, που τονίζεται από την τοιχοδομία με τα κεραμοπλαστικά κοσμήματα, τις ανοιχτόγκριζες πώρινες πέτρες, τα κόκκινα τούβλα και το ρόδινο κουρασάνι. Στο εσωτερικό διατηρεί λίγες αλλά εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες. Στον τρούλο σώζεται ο Παντοκράτορας, οι Προφήτες και η Παναγία, ενώ στους κάθετους τοίχους, μισοκατεστραμμένες σκηνές από τα θαύματα του Ιησού.
Πολύ σημαντικές τοιχογραφίες διατηρούνται στο παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου, μέσα στη μεγάλη βασιλική του Αγίου Δημητρίου. Εικονίζονται σκηνές από το Δωδεκάορτο, τα θαύματα του Ιησού, άγιοι ολόσωμοι και σκηνές από τον βίο του αγίου Ευθυμίου. Οι τοιχογραφίες, που είναι ακριβώς χρονολογημένες από μία γραπτή έμμετρη επιγραφή στον δυτικό και βόρειο τοίχο, είναι από τα πιο λαμπρά έργα της ζωγραφικής της Θ. Διέπονται από ισχυρή ρεαλιστική διάθεση, θαυμαστό πλάτος στο σχέδιο και παρουσιάζουν το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι έχουν πολλές ομοιότητες με τις τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Άγιον Όρος.
Οι Άγιοι Απόστολοι, όπως και η Αγία Αικατερίνη, είναι άψογο παράδειγμα της κομψής και εκλεπτυσμένης αρχιτεκτονικής των Παλαιολόγων. Εκτός όμως από την αρχιτεκτονική, η εκκλησία είναι σπουδαία για τα λαμπρά ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες της. Οι Άγιοι Απόστολοι ήταν το καθολικό μιας πλούσιας μονής, αφιερωμένης στη Θεοτόκο, την οποία ανέγειρε ο πατριάρχης Νίφων κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του (1312-15). Τότε ολοκληρώθηκε και η ψηφιδωτή διακόσμηση, ενώ οι τοιχογραφίες προστέθηκαν αμέσως μετά το 1315, από τον μαθητή τού Νίφωνα και ηγούμενο της μονής, Παύλο. Ο ναός είναι σταυροειδής, εγγεγραμμένος με πέντε τρούλους, περίστωο και εξωνάρθηκα. Δηλαδή έχει τον ίδιο τύπο με την Αγία Αικατερίνη, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο διαφορετικά κτίσματα, τόσο στην ανάπτυξη του εσωτερικού χώρου όσο και στην κλιμάκωση και στη διάρθρωση των όγκων στο εξωτερικό. Οι Άγιοι Απόστολοι διακρίνονται για τις λεπτές και υψηλές αναλογίες τους. Τόσο οι τέσσερις μικροί τρουλίσκοι που ξεπετάγονται απευθείας από τη στέγη όσο και ο κεντρικός, που στηρίζεται στην τετράγωνη βάση του, διαθέτουν μια λεπτότητα, η οποία τονίζεται με τα στενόμακρα παράθυρα και τους λεπτούς κιονίσκους. Ο τεχνίτης διάρθρωσε αριστοτεχνικά τις επιφάνειες με συνεχόμενα ανοίγματα, τυφλά αψιδώματα, πλούσια κεραμοπλαστικά κοσμήματα κλπ., προσδίδοντας στο σύνολο μια ξεχωριστή ανάταση, κομψότητα και ελαφρότητα. Εσωτερικά, ο ναός είναι πλούσια διακοσμημένος με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Τα ψηφιδωτά απλώνονται στον κυρίως ναό πάνω από τον κοσμήτη. Διατηρούνται ο Παντοκράτορας, οι Προφήτες, οι Ευαγγελιστές, σκηνές από το Δωδεκάορτο και μορφές αγίων. Μολονότι λείπει το χρυσό βάθος, βασικό στοιχείο της χρωματικής σύνθεσης, η εξαιρετική ποιότητά τους εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτη στα κομμάτια που σώζονται. Είναι καταφανές ότι τα ψηφιδωτά είναι έργο μεγάλου καλλιτέχνη και αποτελούν ίσως την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της τέχνης της εποχής τους· επιπλέον, είναι από τα τελευταία δείγματα της τέχνης του ψηφιδωτού στο Βυζάντιο. Το ίδιο σημαντικές είναι και οι τοιχογραφίες, που αντιπροσωπεύουν ένα από τα καλύτερα εργαστήρια της Θ. Αυτές βρίσκονται στις τρεις πλευρές της στοάς, στο ιερό και στον κυρίως ναό, κάτω από τον κοσμήτη. Κυρίως παριστάνονται σκηνές από τον βίο της Θεοτόκου. Μάλιστα, στο τέρμα της νότιας στοάς υπάρχει η παράσταση της Ρίζας του Ιεσσαί, δηλαδή του γενεαλογικού δέντρου της Παναγίας. Το ανατολικό τμήμα της βόρειας στοάς είναι διαμορφωμένο σε παρεκκλήσι του Προδρόμου και με παραστάσεις από τον βίο του αγίου.
Το μικρό και απλό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Ορφανού μπορεί να μην διαθέτει τις πλούσιες αρχιτεκτονικές φόρμες των άλλων ναών, διασώζει όμως τις περισσότερες τοιχογραφίες. Είχε την τύχη να μην μετατραπεί ποτέ σε τζαμί και έτσι παρουσιάζει ένα σχεδόν άθικτο σύνολο από το πέρασμα των αιώνων. Η τοιχογράφηση, που πραγματοποιήθηκε γύρω στο 1310-20, ακολουθεί το σύστημα σε ζώνες. Έτσι, στα κάτω μέρη υπάρχει μία ζώνη όπου εικονίζονται μορφές αγίων και πιο ψηλά –πάλι σε ζώνες– ένα μεγάλο πλήθος παραστάσεων, που χωρίζονται σε εννέα εικονογραφικούς κύκλους (Δωδεκάορτο, τα Πάθη και τα μετά την Ανάσταση, οι συνθέσεις του ιερού, τα Θαύματα, ο Ακάθιστος Ύμνος, ο βίος του αγίου Νικολάου, το Μηνολόγιο, προεικονίσεις της Παναγίας και ο βίος του αγίου Γεράσιμου του Ιορδανίτη). Η συνθετική δύναμη στις σκηνές, η μεγάλη χρωματική κλίμακα και η δεξιοτεχνία στο πλάσιμο των προσώπων καθιστούν το έργο πολύτιμο δείγμα της τέχνης των αρχών του 14ου αι.
Τα υπόλοιπα μνημεία της πλούσιας κληρονομιάς του 14ου αι., μολονότι τα περισσότερα αντιπροσωπεύουν σημαντικές αρχιτεκτονικές δημιουργίες, έχουν διασώσει μόνο μικρά τμήματα από τη ζωγραφική τους διακόσμηση. Ο Προφήτης Ηλίας (μέσα 14ου αι.), που ανήκει στον λεγόμενο αγιορείτικο τύπο –σταυροειδής με δύο κόγχες στα πλάγια και ευρύχωρο τετρακιόνιο νάρθηκα, τη λιτή–, είναι ένα επιβλητικό κτίριο με πλούσια κεραμοπλαστικά κοσμήματα και πολλές πλαστικές αρετές· όμως, από τη ζωγραφική του διακόσμηση διατηρεί μόνο λίγες τοιχογραφίες στον νάρθηκα. Σε ένα άλλο επίσης πολύ αξιόλογο μνημείο, τον Άγιο Παντελεήμονα, που ως κτίσμα ανήκει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι τοιχογραφίες που σώζονται είναι μόνο λίγα δείγματα στην Πρόθεση και στο Διακονικό· το ίδιο και οι Ταξιάρχες. Διατηρούν μόνο δύο παραστάσεις, την Ανάληψη και τη Σταύρωση.
Το γραφικό μοναστήρι των Βλαττάδων έχει δεχθεί πολλές επισκευές. Από τον αρχικό ναό διατηρούνται μόνο το ιερό, το κεντρικό μέρος του κυρίως ναού κάτω από τον τρούλο, ο νότιος τοίχος και το παρεκκλήσι των Πέτρου και Παύλου, που διασώζει σε κακή κατάσταση σύγχρονες με τον ναό τοιχογραφίες. Τέλος, στο μικρό εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, απέναντι από την Καμάρα, που οπωσδήποτε ως κτίσμα εκφράζει τις αναζητήσεις και τη χάρη της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής, οι τοίχοι εσωτερικά είναι γυμνοί.
Βέβαια, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια εκείνης της εποχής ήταν πολύ περισσότερα. Πολλά έχουν καταστραφεί, άλλα είναι γνωστά μόνο από τις πηγές και άλλα έχουν δεχθεί τόσες επισκευές ώστε σήμερα δεν διατηρείται τίποτα από την αρχική τους μορφή. Πάντως, απ’ ό,τι έχει διασωθεί και απ’ όσα αναφέρουν οι πηγές, φαίνεται πως η πόλη της Θ. στα βυζαντινά χρόνια ήταν γεμάτη εκκλησίες και μοναστήρια, δυσανάλογα πολλά για τον αισθητά περιορισμένο από τα κάστρα της χώρο.
Τουρκοκρατία. Την εποχή του Μουράτ χτίστηκαν τα γνωστά τουρκικά λουτρά της Εγνατίας (1444), ένα διπλό χαμάμ –για άντρες και γυναίκες– που ως κτίριο είναι ένα από τα πιο μνημειώδη τουρκικά λουτρά που σώζονται στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα, το 1468, χτίστηκε το Χαμτζά μπέη τζαμί και το 1486-87 το Αλατζά ιμαρέτ, ένα πολύ χαρακτηριστικό οθωμανικό σύνολο με κάτοψη σε σχήμα Τ. Διαθέτει μία μεγάλη αίθουσα προσευχής, που σκεπάζεται με δύο τρούλους, στα πλάγια διάφορα τρουλωτά δωμάτια για την υπηρεσία του ιμαρέτ και μπροστά μία ανοιχτή στοά με πέντε τρουλίσκους. Αυτά τα τρία χτίσματα, μαζί με το Μπεζεστένι, είναι τα πιο σημαντικά τουρκικά κτίσματα που έχουν διασωθεί στην πόλη.
Τον 19o αι. το ελληνικό στοιχείο προόδευε πνευματικά και οικονομικά, ενώ παράλληλα από την πλευρά των Τούρκων καταβλήθηκε μια προσπάθεια για τον εξωραϊσμό και την εξυγίανση της πόλης. Η συνεχής ανάπτυξη, που είχε ξεκινήσει από τον 19ο αι., φανέρωνε τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε η Θ. στην ενδοχώρα της, στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Η Θ. διέσπασε τα παλιά της τείχη και οι συνοικισμοί της απλώθηκαν στη γύρω πεδιάδα, άρχισε δηλαδή μια νέα οικιστική φάση στην πολεοδομική της εξέλιξη. Το 1866 κατεδαφίστηκε το παραθαλάσσιο τείχος, η Κασσανδρεωτική πύλη, η Χρυσή και η πύλη της Ρώμης, και η πόλη απέκτησε τη σύγχρονη παραλία. Λίγο αργότερα κατεδαφίστηκαν τα νοτιοδυτικά τείχη και αναπτύχθηκαν νέοι συνοικισμοί, δυτικά από τον Βαρδάρη, ενώ συγχρόνως από τον Λευκό Πύργο έως το Καραμπουρνάκι άρχισαν να χτίζονται οι αρχοντικές κατοικίες των ευπόρων, οι γνωστοί πύργοι· ο πληθυσμός από 50.000 το 1865 έφτασε τις 120.000 το 1895. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε για πρώτη φορά δημοτική αρχή, που προσανατολίστηκε στον ευπρεπισμό, στην καθαριότητα και στον εξωραϊσμό της πόλης. Από το 1893 έως το 1896 κατασκευάστηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο, συνδέοντας την πόλη με την ενδοχώρα, το Βελιγράδι και την Κωνσταντινούπολη, δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για τη γενική της ανάπτυξη, ιδίως στον εμπορικό τομέα και στην κίνηση του λιμένα της. Οι πυρκαγιές του 1890, του 1896 και του 1898 στάθηκαν η αιτία –και η ευκαιρία– μιας ανοικοδόμησης σε καλύτερες συνθήκες πολεοδομίας. Γύρω στο 1900 η Θ. ήταν μια σχετικά πυκνοκατοικημένη πόλη (περίπου 250 κάτ. ανά 10.000 τ.μ.), που βαθμιαία αποκτούσε ευρωπαϊκή όψη.
Η Θ. μετά το 1912. Στις 26 Οκτωβρίου 1912, η Θ. επανήλθε στον ελληνικό χώρο, ύστερα από περίπου πέντε αιώνες εδαφικής απουσίας· ήταν η αφετηρία μιας νέας εποχής, κατά την οποία αναπτύχθηκε ως αναπόσπαστο τμήμα της Ελλάδας. Ο πληθυσμός αυξήθηκε –μετά την εγκατάσταση των προσφύγων του 1912– και η πόλη απλώθηκε. Τον Αύγουστο του 1916 ανέλαβε την αρχή ο πρώτος Έλληνας δήμαρχος, ο Κωνσταντίνος Αγγελάκης.
Η μεγάλη πυρκαγιά στις 5-7 Αυγούστου 1917, με τις άμεσες οικονομικές και κοινωνικές καταστροφικές πλευρές της, έδωσε αφορμή να εκπονηθεί νέο πολεοδομικό σχέδιο για την κεντρική περιοχή που αποτεφρώθηκε, έκτασης 1.200 στρεμμάτων, το οποίο εφαρμόστηκε κατά μεγάλο μέρος αργότερα. Την επιτροπή του νέου πολεοδομικού σχεδίου είχαν αποτελέσει ο αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Έρνεστ Χεμπράρντ, οι καθηγητές Άγγελος Γκίνης και Δημήτριος Λαμπαδάριος, ο αρχιτέκτονας-βυζαντινολόγος Αριστοτέλης Ζάχος, ο οδοποιός μηχανικός Πλέβμπερ, ο αρχιτέκτονας Έντουαρντ Μόσον και ο αρχιτέκτονας Κιτσίκης. Το 1917 η Θ. απλωνόταν σε έκταση 9.000 στρεμμάτων και είχε 160.000 κατοίκους. Το 1922, η έκτασή της έφτασε τα 15.000 στρέμματα και ο πληθυσμός της αυξήθηκε στις 220.000.
Σταθμός στην ανάπτυξη της πόλης ήταν η ίδρυση του πανεπιστημίου της, το 1925, και η ίδρυση, το 1926, της Διεθνούς Έκθεσης, η οποία με τον καιρό έγινε η σημαντικότερη ετήσια εμπορική εκδήλωση της χώρας.
Από τότε, η Θ. πέρασε πολλά στάδια ανάπτυξης για να φτάσει το 1971 σε 30.000 στρέμματα με 550.563 κατοίκους και το 1981 τους 713.449 κατοίκους. Περιέλαβε σε έναν ενιαίο οικιστικό πυρήνα ολόκληρη την περιοχή που περικλείεται από τις λοφοσειρές του Ασβεστοχωρίου και του Ωραιοκάστρου στα ΒΔ, τα υψώματα του Τριλόφου στα Ν, του Χορτιάτη στα Α και του ποταμού Αξιού στα Δ. Η πόλη εξαπλώθηκε κυρίως κατά μήκος της ακτής του Θερμαϊκού, αλλά παράλληλα παρουσιάστηκαν πυκνοκατοικήσεις κοντά στις βιομηχανικές περιοχές και στις κεντρικές οδικές αρτηρίες, ενώ στον κεντρικό τομέα της ζώνης που είχε καεί συγκεντρώθηκαν οι διοικητικές και οι υπόλοιπες κρατικές υπηρεσίες και το εμπόριο. Η ανάπτυξη των βιομηχανικών ζωνών και των περιοχών εργασίας γενικότερα καθώς και η όλη ανάπτυξη των οικιστικών κέντρων οδήγησαν τη Θ. στην κατεύθυνση πόλης με κυρίαρχο χαρακτήρα. Επιπλέον, το 1997 συγκέντρωσε όλα τα ευρωπαϊκά βλέμματα, όταν ορίστηκε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Ιστορική φωτογραφία της παραλιακής λεωφόρου της Θεσσαλονίκης.
Η πλατεία Αριστοτέλους, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1912.
Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη· διακρίνεται ο μιναρές της Αγίας Σοφίας (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Στιγμιότυπο από τον εορτασμό για την επίσημη ανακήρυξη της πόλης σε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997 (φωτ. ΑΠΕ).
Οι δύο νεαροί βοσκοί, από την παράσταση της Γέννησης, είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές της ψηφιδωτής διακόσμησης των Αγίων Αποστόλων, όπου ο ρεαλισμός και το ελληνιστικό στοιχείο είναι έντονα (φωτ. Λυκίδη).
Στους Αγίους Αποστόλους της Θεσσαλονίκης, εξαίρετο δείγμα της αρχιτεκτονικής των Παλαιολόγων, σώζονται λαμπρά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Στη Μεταμόρφωση, ο Χριστός στέκεται αξονικά στη μέση της σκηνής και ευλογεί. Πίσω του υπάρχει ένας ελλειψοειδής ακτινωτός δίσκος. Στα πλάγια του οι προφήτες Ηλίας και Μωυσής και κάτω οι τρεις Απόστολοι, Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης, σε κίνηση (φωτ. Λυκίδη).
Μία σκηνή από τον βίο του αγίου Νικολάου.
Η Σαμαρείτισσα, σε ζωγραφική παράσταση της μικρής εκκλησίας του Αγίου Νικολάου του Ορφανού, στην παλιά πόλη της Θεσσαλονίκης.
Λεπτομέρεια από την ψηφιδωτή παράσταση της Αναστάσεως (14ος αι.) στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Θεσσαλονίκης.
Τα ψηφιδωτά του τρούλου της Αγίας Σοφίας είναι τα σημαντικότερα του ναού. Πρόκειται για έργα του 9ου αι., έξοχης πτυχολογίας των ενδυμασιών των προσώπων που εικονίζουν.
Στο παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου, που βρίσκεται μέσα στον Άγιο Δημήτριο, στη νοτιοανατολική γωνία, σώζονται τοιχογραφίες του 1303. Στη φωτογραφία, σκηνή από τον βίο του αγίου Ευθυμίου.
Η κομψή εκκλησία της Παναγίας των Χαλκέων (1028), εκτός από την περίτεχνη αρχιτεκτονική της, διασώζει στο εσωτερικό σύγχρονες με τον ναό τοιχογραφίες, κυρίως στον νάρθηκα.
Λεπτομέρεια ψηφιδωτού του τρούλου της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Ο άγνωστος καλλιτέχνης έχει δουλέψει με ιδιαίτερο τρόπο κάθε πρόσωπο, έτσι ώστε το καθένα να έχει τον τύπο του (φωτ. Ν. Κοντού).
Η Αγία Αικατερίνη, σταυροειδής πεντάτρουλος ναός, με στοά στις τρεις πλευρές, είναι από τα ωραιότερα κτίσματα της Θεσσαλονίκης (τέλη 13ου αι.). Η αρχιτεκτονική παίζει με τα σχήματα, τις γραμμές και τις επιφάνειες και όλα συντίθενται με τέτοιον τρόπο ώστε το γνήσιο καλλιτεχνικό αίσθημα να κυριαρχεί στην αυστηρή λογική της κατασκευής (φωτ. Λυκίδη).
Ψηφιδωτό με διακοσμητικό θέμα στον ναό της Αχειροποιήτου.
Το εκκλησάκι του Οσίου Δαβίδ διατηρεί στην κόγχη του ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά του 5ου αι. Το ψηφιδωτό αυτό παριστάνει το όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ. Στη μέση της σύνθεσης βρίσκεται ο Χριστός-θριαμβευτής μέσα σε φωτεινή δόξα (φωτ. Ν. Κοντού).
Άποψη του τρούλου της Αγίας Σοφίας με τα ψηφιδωτά. Μέσα σε πολύχρωμη δόξα, ο Χριστός κάθεται σε ένα μεγάλο ουράνιο τόξο και σε ένα πιο μικρό ακουμπά τα πόδια του· δύο άγγελοι αγγίζουν τα πόδια του Χριστού.
Ψηφιδωτό του ναού του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, που εικονίζει τον άγιο και έναν άγγελο.
Ψηφιδωτό του 7ου αι. στον ναό του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης, στο οποίο ο άγιος εικονίζεται με επίσημη στρατιωτική στολή, ενώ μπροστά του,στέκονται δύο παιδιά.
Ψηφιδωτό του 7ου αι. στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης. Ο άγιος εικονίζεται όρθιος, με λευκό χιτώνιο, λευκή χλαμύδα και γαλάζιο «ταβλίον» και δίπλα του στέκεται ο διάκονος, που κρατά μπροστά στο στήθος του ένα «Ευαγγέλιο».
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης (φωτ. ΑΠΕ).
Ψηφιδωτό από τη Ροτόντα, το οποίο προστέθηκε στο κτίριο μετά τη διασκευή του σε χριστιανικό ναό, στις αρχές του 5ου αι.
Στις μεγάλες κόγχες, στο δάπεδο και στα παράθυρα της Ροτόντας, διακοσμητικά σχέδια απλώνονται ελεύθερα στο αργυρό ή χρυσό φόντο που περικλείεται μέσα σε γεωμετρικά σχήματα.
Ο Προφήτης Ηλίας της Θεσσαλονίκης ανήκει στον λεγόμενο αγιορείτικο τύπο, είναι δηλαδή σταυροειδής σύνθετος τετρακιόνιος τρίκογχος, με πλούσια εξωτερική κεραμοπλαστική διακόσμηση.
Το 300 περίπου ο Ρωμαίος άρχοντας Γαλέριος έκανε έδρα του τη Θεσσαλονίκη, και μεγάλωσε την περιτειχισμένη πόλη προς Α και έχτισε το μεγαλοπρεπές ανακτορικό του συγκρότημα στην περιοχή της σημερινής πλατείας Ναβαρίνου (Ροτόντα, Καμάρα κ.ά.).
Ο Λευκός Πύργος, αρχικά οχυρωματικός πύργος του 15ου αι., υπήρξε στη συνέχεια κατάλημα φρουράς γενίτσαρων και φυλακή θανατοποινιτών. Χτίστηκε στη θέση προϋπάρχοντος βυζαντινού πύργου, που συνέδεε το ανατολικό τμήμα της οχύρωσης της Θεσσαλονίκης με το θαλάσσιο (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Η αψίδα του Γαλέριου, ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της Θεσσαλονίκης.
To μαρμάρινο τόξο που βρέθηκε στο νοτιοδυτικό τμήμα του ανακτόρου του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη, διακοσμημένο με δύο προτομές.
Οι Ταξιάρχες, ναός του 14ου αι.
Η κρύπτη του ναού του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης.
Η Αγία Σοφία είναι ένα από τα μνημειακότερα κτίσματα της μεσαιωνικής Θεσσαλονίκης (αρχές 8ου αι.). Στην πυρκαγιά του 1890 υπέστη πολλές ζημιές και οι επισκευές που έκαναν οι Τούρκοι κατά το 1907-10 έκρυψαν την εξωτερική κλιμακωτή διάρθρωση του ναού.
Ο ναός του αγίου Νικολάου Ορφανού στη Θεσσαλονίκη.
Το καθολικό της μονής Βλαττάδων στη Θεσσαλονίκη, κτίσμα του 14ου αι., αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, έχει δεχτεί αρκετές προσθήκες, διατηρεί όμως από τον αρχικό ναό το ιερό, το παρεκκλήσι Πέτρου και Παύλου, το κεντρικό τμήμα του κυρίως ναού κάτω από τον τρούλο και τον νότιο τοίχο της στοάς, που φαίνεται στη φωτογραφία.
Ο Άγιος Γεώργιος (Ροτόντα), κυκλικό οικοδόμημα, το οποίο τώρα είναι μουσείο. Ο μιναρές έχει προστεθεί από τους Τούρκους όταν μετέτρεψαν τον ναό σε τζαμί.
Τα τείχη του 4ου αι., στην παλιά πόλη της Θεσσαλονίκης.
Η Αχειροποίητος του 5ου αι. είναι από τις αρχαιότερες σωζόμενες παλαιοχριστιανικές βασιλικές.
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης.
Τμήμα του ανακτόρου του Γαλέριου ανάμεσα σε κτίρια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Ο κυκλικός Λευκός Πύργος υπήρξε ο σημαντικότερος πύργος των αρχαίων τειχών της Θεσσαλονίκης και αποτελεί, στα νεότερα χρόνια, χαρακτηριστικό έμβλημα της πόλης.
Άποψη του λιμανιού της Θεσσαλονίκης (φωτ. ΑΠΕ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θεσσαλονίκη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεσσαλονίκῃ — Θεσσαλονίκη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεσσαλονίκη — Sp Salonikai Ap Θεσσαλονίκη/Thessaloniki Sp Tesalonikė Ap Θεσσαλονίκη/Thessaloniki L mst., Vid. Makedonijos adm. srities c. ir nomas ŠR Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Θεσσαλονίκη — η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, δεύτερη πόλη της Ελλάδας σε πληθυσμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αγαθοπούλου-Κέντρου, Μαρία — (Θεσσαλονίκη 1930 –).Ποιήτρια και πεζογράφος. Οι γονείς της εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1961 με την ποιητική συλλογή Ψυχή και Τέχνη. Ακολούθησαν οι συλλογές:… …   Dictionary of Greek

  • Ασλάνογλου, Νίκος — (Θεσσαλονίκη 1931 – 1996). Επιχειρηματίας και ποιητής. Οι γονείς του ήταν Μικρασιάτες και εγκαταστάθηκαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αγγλική φιλολογία, σταδιοδρόμησε ως επιχειρηματίας, παράλληλα όμως… …   Dictionary of Greek

  • Ατατούρκ, Κεμάλ Μουσταφά — (Θεσσαλονίκη 1881 – Κωνσταντινούπολη 1938). Τούρκος πολιτικός και στρατιωτικός, θεμελιωτής της νέας Τουρκίας. Σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία και στη Σχολή Πολέμου της Κωνσταντινούπολης και διακρινόταν για την ιδιαίτερη επίδοσή του στα… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Μυροβλήτης — (Θεσσαλονίκη 280 – 304 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Προερχόταν από ευγενή οικογένεια της Θεσσαλονίκης και έλαβε όλα τα εφόδια για μια πετυχημένη σταδιοδρομία. Νέος ακόμα κατέλαβε ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, αυτό όμως …   Dictionary of Greek

  • Κούδας, Γιώργος — (Θεσσαλονίκη 1946 –). Ποδοσφαιριστής. Ταυτίστηκε με τη σπουδαία ομάδα του ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ‘70 και τον αθλητισμό της Βόρειας Ελλάδας. Σε ηλικία 12 ετών πήγε να δοκιμαστεί στο γήπεδο του ΠΑΟΚ στην Τούμπα. Έκτοτε συνέδεσε την καριέρα του με… …   Dictionary of Greek

  • Μοσκώφ, Κωστής — (Θεσσαλονίκη 1939 – Αθήνα 1998). Ιστορικός, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στην Αίγυπτο (1989 98). Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.